ΚΡΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑΙΝΙΕΣ volume 8 «Chardonnay και Ζόμπι, Μαυροδάφνη και Βαμπίρ»

Το κρασί δηλαδή ως ελιξίριο αθανασίας, σε ένα κόσμο όπου τα λουλούδια είναι σπασμένα, οι νεκροί δεν πεθαίνουν, και μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί. (Αλλιώς Jim Jarmusch, κρασί και τσιγάρα, απέθαντοι εραστές και προβλήματα με το νόμο)

Ήδη από το πρώτο άρθρο της στήλης “Κρασιά και ταινίες” με τίτλο “Η ερωτική απογοήτευση σε μια οινική αυτοκρατορία που αντεπιτίθεται”  εκφράσαμε μια φυσική απέχθεια που έχουμε ως στήλη για τις ταινίες με τα ζόμπι και τις σπλατεριές. Τα πλακώστε τους, σουβλίστε τους και τα τοιαύτα που έλεγε και ο Χάρυ Κλύν. Απέχθεια φυσική που σχεδόν φτάνει το μέγεθος της απέχθειας, που έχουμε για το χύμα κρασί του θείου του Θανάση από το χωριό, που δεν ρίχνει λιπάσματα και φάρμακα στο αμπέλι του παππού, που ξεχάσαμε να δηλώσουμε στο κτηματολόγιο.

Παρ’ όλα αυτά και κατόπιν εντόνων πιέσεων, ασφυκτικών και ίσως και αθέμιτων, καταλήξαμε σε μία εξαιρετική πρόταση. Προσδεθείτε λοιπόν κι ανοίξτε ένα εξαιρετικό βουτυράτο σαρντονέ , αυστηρά μονοποικιλιακό, περασμένο από βαρέλι αλλά όχι για πολύ καιρό, ώστε να χάσει τα λουλουδάκια του, και το φρούτο του, παίρνοντας όμως το αρωματάκι το ελαφρύ του φρεσκοκαβουρδισμένου φουντουκιού. Ετοιμάστε και ένα ωραίο ελαφρύ σνίτζελ από φιλέτο στήθους κοτόπουλου. Πανάρουμε πρώτα στο αλεύρι, μετά στο αυγό. Στραγγίζουμε τινάζουμε  το αλεύρι που περισσεύει. Πανάρουμε και πάλι σε χοντροτριμμένη φρυγανιά ή τεμπούρα (γιαπωνέζικη φρυγανιά χοντροκομμένη με κατάνα) , και φριτάρουμε σε καυτό ελαιόλαδο ή βούτυρο κλαριφιέ ή ακόμη καλύτερα και τα δύο . Και μόλις ροδίσει από έξω  αποθέτουμε σε χαρτί κουζίνας για πέντε λεπτά να τραβήξει. Ανοίγουμε το σαρντονέ μας, σερβίρουμε σε κλασσάτο κρυστάλλινο ποτήρι, γαρνίρουμε το σνίτζελ μας με λάχανο τουρσί και μαγιονέζα, και πατάτες τηγανητές στρόγγυλες, ή σωτέ με κουρκουμά , καπνιστή πάπρικα και λίγο δεντρολίβανο.

Και αφού έχουμε προσδεθεί, σερβιριστεί , κλείσει παράθυρα, παντζούρια, τηλέφωνα και ίντερνετς, βλέπουμε «THE DEAD DON’T DIE» του ιδιόρρυθμου, καλλιτεχνικού , αβάντ γκάρντ πάντα, και κυρίως έχοντος κινηματογραφική υπογραφή Jim Jarmusch. Εμπνευσμένο από το ομώνυμο κάντρι τραγούδι του Sturgill Simpson, μας δείχνει πως ακόμη και αυτό το περιφρονημένο είδος των ταινιών ζόμπι, μπορεί να έχει μια παραπάνω από αξιοπρεπή εκπροσώπηση. Και υπό την εμμονική σχεδόν υπόκρουση της ανωτέρω κάντρυ υπέροχης αλλά ψιλό μακάβριας  μπαλάντας που δανείζει τον τίτλο της στην ταινία, απολαμβάνουμε το σαρντονέ μας , που παθιασμένα ζητάει το φυλακισμένο ζόμπι , που ήταν η πρώην αλκοολική τρελή του χωριού, στο οποίο σερίφης είναι ο απαθής και κολλητός του Jarmusch, Bill Murray.

Και ενώ κατεβαίνει μια χαρά το σαρντονέ μας  και συνδυάζεται μια χαρά με το κοτοσνίτσελ μας και τις αυστριακής παραλλαγής γαρνιτούρες του, σκοτώνουμε συνεχώς ζόμπι με την μούσα του Jarmusch, Tilda Swindon, στο ρόλο της σκωτσέζας εργολάβου κηδειών – ταριχεύτριας, που ξηγιέται σαμουράικα με την κατάνα της στα ζόμπι, έχοντας την απαραίτητη προϋπηρεσία λόγω του επαγγέλματος της, όσον αφορά τα νταλαβέρια με  τους απέθαντους. Λεπτή ειρωνική αναφορά στον χαρακτήρα της νύφης που υποδύεται η Ούμα Θέρμαν στο “kill Bill” του Ταραντίνο κατά την ταπεινή μας άποψη. Κι εδώ όπως σχεδόν σε όλες τις ταινίες του Jarmusch, έχουμε αναφορές σε ταινίες σταθμούς του παγκοσμίου κινηματογράφου.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Nosferatu στο μπλουζάκι του ντόπιου νέρντ που έχει το μαγαζί στο red neck χωριό του ρατσιστικού αμερικανικού νότου, που πουλάει από βενζίνη και αναψυκτικά μέχρι καραμπίνες, κλαδευτήρια, και άλλα απαραίτητα στη μάχη κατά των πάλαι ποτέ αγαπημένων και αλήστου μνήμης, που λόγω μιας ανθρώπινης παρέμβασης στον άξονα της γης, έρχονται να εκδικηθούν όσους δεν έφαγαν τα κόλλυβα και την ελίτσα και δεν ήπιαν το κονιακάκι  στα σαράντα τους. Απαγορεύεται βέβαια διά ροπάλου να λέμε κονιάκ το μπράντυ που σερβίρεται χύμα στα μνημόσυνα σε οινικό σάιτ, αλλά το κάναμε ποιητική αδεία και για να γίνουμε πιο προσιτοί στο λαό. Εξαιρετική σάτιρα του Jarmusch που με την αναφορά του στο είδος των ζόμπι  περνάει το μήνυμα του υπερκαταναλωτισμού που μας έχει μετατρέψει σε ζόμπι. Άλλωστε τα δικά του ζόμπι επαναλαμβάνουν συνεχώς υλικά αγαθά, που ήθελαν εν ζωή εμμονικά να αποκτήσουν, και αιτία της δυστοπικής καταστροφής που επήλθε, είναι αυτή η καταναλωτική μανία του ανθρωπίνου γένους, που κατέστρεψε το φυσικό περιβάλλον και τον κόσμο. Bill Murray, Steve Buscemi, Tilda Swinton , και  αυτός ο καινούριος ο ακατανόμαστος, που έπαιζε τον γιο του Χαν Σόλο που πέρασε στην σκοτεινή πλευρά της τελευταίας κακής τριλογίας του Star Wars, και φυσικά ο Iggy Pop που ζομπάρει ανελέητα όπως και σε άλλες ταινίες του κολλητού του Jim Jarmusch, ο “φονικό όπλο” Danny Glover και ο ρατσιστής βλάχος και σε όλα τα καλά παρών Steve Buscemi. Αναφορές στον «Great Gatsby” στο “Star Wars”,  στο “Lord of the Rings” με τον πωλητή στο σιδεράδικο , μια να τον αποκαλούνε Φρόντο, μια Μπίλμπο, και μια Χάρυ Πότερ. Απολαμβάνουμε μαζί με τον ίδιο τον Jarmusch τον  αιμοσταγή φόνο των χίπστερς από το Πίτσμπουργκ ή το Κλήβελαντ, αργοπίνοντας το υπέροχο λιπαρό και αξιοσέβαστο σώμα του αρωματικού σαρντονέ μας που καλό θα ήταν να είναι από την Νάπα της Καλιφόρνια, ή ακόμη καλύτερα από την Νότιο Αυστραλία, αλλά 99% θα είναι από την ταπεινή Ελλάδα και θα τα καταφέρει εξίσου θαυμάσια , αν πειθαρχήσουμε στις εκκλήσεις του ακόμα πιο ταπεινού μας βαλαντίου. Και για να μην το ξεχάσω , ναι μισούμε κι εμείς τους χίπστερς, έτσι γιατί βρίσκουμε προσποιητό το στυλάκι τους, και γιατί μας αρέσουν τα αυθεντικά «περίεργα» άτομα, η  επαρχία, η καλώς εννοούμενη «χωριατιά» και αυτή η αίσθηση του ψαριού έξω από το νερό όπως και στον Jim.  Κι επειδή ο Jarmusch, όπως κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του έχει πάντα στον κινηματογραφικό του λόγο μια αναφορά στα λογοτεχνικά του αναγνώσματα, μας υπενθυμίζει το “Moby Dick” όπου ο Herman Melville γράφει «ακατανόμαστες (δεν μπορούμε να τις αναλογιστούμε) οι συμφορές των αμέτρητων θνητών».

Και καταλήγουμε σε ένα στυγνά απαισιόδοξο μήνυμα για έναν γαμημένο, πέραν επισκευής κόσμου, λόγω μιας ανθρωπότητας ζομποποιημένης από τον καταναλωτισμό, ντυμένης σε ένα πανέμορφο κωμικό και ταυτόχρονα κυνικό αμπαλάζ, με κάντρυ μουσική κορδέλα, λογοτεχνία ποίηση και chardonnay cuvee, αλλά πιο πολύ σαρντονέ και λιγότερο κουβέ, ιφ γου νόου γουάτ Άι μην, να βγάζει τον επικήδειο σε ένα αξιομνημόνευτο σνίτσελ κοτόπουλο.

Συνεχίζουμε στην μάχη μας κατά του καταναλωτισμού, αλλά και για να γεμίσουμε ένα ακόμη βροχερό και κρυουλιάρικο βράδυ, με το JACKPOT! “ του Paul Feig , με τον πανταχού παρών πλέον, παλιό παλαιστή και πρωταθλητή μάλιστα John Cena που συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα στις πολλές παρουσίες του, την φανταστική Awkafina και στον ρόλο του κακού τον Simu Liu. Εδώ σε μια δυστοπική Καλιφόρνια του σήμερα, σε μια υπερκλήρωση ενός τεραστίου τζάκποτ, η υπερτυχερή άνεργη, αποτυχημένη, χαμηλοκώλα Ασιάτισσα ηθοποιός Αwkafina ποδοπατημένη σε ένα κόσμο που κυριαρχούν μυριάδες καλλίγραμμες Μπάρμπι, κερδίζει άθελά της τον πρώτο λαχνό. Αλλά για να πάρει  τα γκαφρά, πρέπει να παραμείνει ζωντανή μέχρι το βράδυ, γιατί όποιος τη σκοτώσει χωρίς πυροβόλο ή βαλλιστικό όπλο πριν το βράδυ, παίρνει το τζάκποτ. Παρακολουθούμε λοιπόν την ηρωίδα μας να παλεύει να μείνει ζωντανή με την βοήθεια του αγαθού σε σημείο βλακείας σωματοφύλακά της John Cena, σκοτώνοντας ανελέητα τις ορδές των Καλιφορνέζων που πληροφορούνται ανά δεκαπέντε λεπτά την τοποθεσία τους μέσω drone, και τους επιτίθενται με σεσουάρ, αλυσοπρίονα, μαχαίρια, ματσέτες , παλούκια , αυτοκίνητα διψασμένοι για αίμα και χρήμα. Νέοι γέροι , επώνυμοι, ανώνυμοι, φίλοι και εχθροί όλοι αποφασισμένοι να γίνουν φονιάδες, υπνωτισμένοι από την υπόσχεση του εύκολου χρήματος. Και εδώ λοιπόν κριτική κινηματογραφική για την ζομποποίηση του σύγχρονου homo katanalwtikous με καταιγιστικό ρυθμό , φόνο ανά δευτερόλεπτο, χιούμορ μαύρο και λευκό αλλά ξεκαρδιστικό. Απολαύστε λοιπόν  αυτή την σπίντα της υπόσχεσης του τζακποτ συνδυασμένη με πολεμικές τέχνες , με παρέα φίλων, αλλά όχι φιλοχρήματων, και γλυκόξινο χοιρινό με δαμάσκηνα και πουρέ γλυκοπατάτας, και φυσικά με ένα μπλέντ από chardonnay και ασύρτικο, με τη λιπαρότητα του chardonnay συνδυασμένη με την στιβαρότητα και την οξύτητα του ασύρτικου, να δίνει μια εσάνς λευκών λουλουδιών, λεμονιού στη μύτη, και υποτυπώδους ορυκτότητας στο στόμα, έτσι για να μας δίνει την αίσθηση του μάταιου  τούτου γήινου κόσμου.

Επανερχόμαστε όμως στο κυνικό και «περίεργο» σύμπαν του Jim Jarmusch, που λατρεύει να κάνει ταινίες τοποθετώντας «περίεργα όντα» σε περίεργες συνθήκες και εκτός των νερών τους, και να τα αναγκάζει να κάνουν ακόμα πιο περίεργες φιλοσοφικές σχεδόν συζητήσεις , για προαιώνια ερωτήματα που έχουν απασχολήσει κατά καιρούς εγνωσμένης αξίας ποιητές και λογοτέχνες. Και πάμε αυτή τη φορά στο αφιέρωμα του στις ταινίες με βαμπίρ, με βρυκόλακες , με δράκουλες , όπως αρέσει στον καθένα να τις αποκαλεί και πάμε στην πιο ρομαντική ταινία που έχει αφιερωθεί σ’ αυτούς τους νυχτόβιους πρωταγωνιστές των εφιαλτών της προγιαγιάς μας, με τον απίστευτο τίτλο “ONLY LOVERS LEFT ALIVE”. Mόνο οι εραστές θα μείνουν ζωντανοί λοιπόν και εμείς τα γεροντοπαλίκαρα να πα να νανανα. Μόνο που εδώ  τα ζόμπι δεν είναι κανονικά ζόμπι αλλά κοινοί θνητοί, που από τις καταχρήσεις , τα ναρκωτικά το αλκοόλ, το τζόγο, την ρύπανση και την καταστροφή του περιβάλλοντος έχουν δηλητηριάσει το αίμα τους και καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την επιβίωση των ρομαντικών και καλλιτεχνικών ψυχών των αιμοδιψών, αιωνόβιων εχθρών του φωτός. Οι Βρυκόλακες του Αμερικανού ιδιόρρυθμου  λάτρη των μπλουζ, της Αμερικανικής χωριάτικης επαρχίας, της κλασσικής ποίησης και λογοτεχνίας ονομάζονται Αδάμ και Εύα, όπως το ζευγάρι του προπατορικού αμαρτήματος και είναι ένας μουσικός της αναγέννησης  με καταπληκτικές μουσικές δημιουργίες ανά τους αιώνες και μια συλλογή καταπληκτικών κιθάρων Τom Hiddleston, και η σύντροφός του ανά τους αιώνες, και ανά τις δεκαετίες μούσα του Jarmusch Tilda Swinton. Η τρίτη της παρέας Mia Wasikoska αδερφή της Swinton χαλάει την επανένωση των δύο ηρώων μας , και επαναφέρει την απελπισία του πρωταγωνιστού μας, που επηρεασμένος, από την παρέα με  τον λόρδο Βύρωνα, την Μαίρη Σέλλεϋ , και τους εγγλέζους ρομαντικούς ποιητές θέλει ν’ αυτοκτονήσει και παραγγέλνει μια ξύλινη σφαίρα για τριανταοκτάρι περίστροφο την ώρα που απολαμβάνει σε ποτηράκι του λικέρ αιματάκι 0 ρέζους αρνητικό.

Εμείς αναλογιζόμενοι το “Love’s not Time’s fool, though rosy lips and cheeks Within his bending sickle’s compass come: Love alters not with his brief hours and weeks, But bears it out even to the edge of doom. If this be error and upon me proved, I never writ, nor no man ever loved.” (Ο έρωτας δεν είναι τσιράκι του χρόνου, παρόλο που τα ρόδινα χείλη και μάγουλα υποκύπτουν στο λυγιστό του δρεπάνι. Ο έρωτας δεν φθείρεται από τις σύντομές του ώρες και εβδομάδες, αλλά αντέχει ακόμα και μέχρι την άκρη του χαμού. Αν αυτό είναι λάθος, και μου αποδειχθεί, δεν έγραψα ποτέ, και κανείς ποτέ δεν ερωτεύτηκε», ένα από τα πιο γνωστά ερωτικά σονέτα του Σαίξπηρ), ανοίγουμε μια Μαυροδάφνη Κεφαλλονιάς , ξηρή και όχι επιδόρπια η γλυκιά όπως η κλασσική Μαυροδάφνη Πατρών. Και επιλέγουμε την ξηρή μαυροδάφνη Κεφαλλονιάς όχι γιατί προέρχεται από πιο μικρόρρωγο κλώνο της γνωστής υποτιμημένης πέραν του δέοντος ποικιλίας , αλλά γιατί βγάζει πιο πολύπλοκα, πιο σύνθετα και ιδιαίτερα κρασιά. Ανοίγουμε λοιπόν μια παλαιωμένη μαυροδάφνη που λατρεύει τα χρόνια και την παλαίωση σε βάθος χρόνου όπως και τα βαμπίρ μας. Απολαμβάνουμε τις έντονες τανίνες της που μόνο ο χρόνος τιθασεύει , το δυνατό της  σώμα όταν οινοποιείται σωστά και είναι προϊόν χαμηλοπαραγωγικού αμπελώνα, την όχι ευκαταφρόνητη οξύτητά της,  , τα μαύρα φρούτα της,  τα βατόμουρα, τα αποξηραμένα δαμάσκηνα, τη δάφνη στη μύτη της, και  το βαθύ πορφυρό χρώμα στο ποτήρι που την κάνει να μοιάζει με αίμα.   Με έντονη ρομαντική διάθεση παρέα με τον καλό μας ή την  καλή μας και με την αίσθηση ότι είμαστε από κοινού σαν ζευγάρι το μόνο υγιές και όμορφο και άξιο να συντηρηθεί αλώβητο, σε έναν πρόστυχο κόσμο που διαβαίνει τον δρόμο της απωλείας, συνδυάζουμε την λατρεμένη αλλά παρεξηγημένη και ταυτόχρονα μεγαλειώδη μαυροδάφνη που έχει λατρέψει το βαρέλι,  της και έχει αποκτήσει πια έναν πιο ήπιο πιο ευγενικό χαρακτήρα με ένα ψητό κατσαρόλας νουά, με μια σάλτσα κρασιού και πιπεριού και για γαρνιτούρα πιλάφι μπλού μπόνετ με φρέσκο βούτυρο.  Και όπως το ανέκδοτο αναφέρει ο πατέρας της ποικιλίας , όπως και τα ερωτευμένα μας βαμπίρ Γουσταύος Κλάους πατέρας της ποικιλίας ονόμασε αυτήν Μαυροδάφνη εις ανάμνηση της αδικοχαμένης μαυρομάτας νεαρής Δάφνης που είχε ερωτευθεί παράφορα , και χάσει πρόωρα.

Διακρίνουμε λοιπόν την βοτανική αναφορά στην «vitis vinifera» λατινική ονομασία του αμπελιού, που κάνει στην εν λόγω ταινία ο σκηνοθέτης , που πάντα κάνει μια ανάλογη και στις άλλες του ταινίες , άγνωστο για ποιο λόγο. Εδώ εικάζουμε ότι επιλέγει το αμπέλι για τον συμβολισμό της αιωνιότητας που περιέχει, για τον οίνο και την σύνδεση του με το αίμα ως πηγή ζωής, και του έρωτα ως μόνης κινητήριας και σωτήριας δύναμης, μιας ανθρωπότητας που έχει σφάξει τον Πυθαγόρα, φυλακίσει τον Γαλιλαίο, γελοιοποιήσει τον Κοπέρνικο, στρέψει τον τεράστιο Νεύτωνα στην μαγεία και την αλχημεία, καταστρέψει τον μοναδικό Τέσλα (που λατρεύει και αναφέρει σε πολλά δημιουργήματα του ο Jarmusch). Μένουμε λοιπόν ζωντανοί στην σκηνή με Μαυροδάφνη όπως μόνο οι εραστές μπορούν.  

Επειδή επεκταθήκαμε παραπάνω από όσο έπρεπε , να προτείνουμε εν συντομία και τα ασπρόμαυρα αλλά λατρεμένα:

1Coffee and Cigarettes” από όπου περνάει όλη η avant garde παρέα του σκηνοθέτη μας, Bill Murray , Roberto Benigni, Steven Wright, Steve Buscemi, Iggy Pop, Tom Waits, Kate Blanchet , Jack White, Gza, Rza, και ακόμη περισσότεροι εξαναγκασμένοι σε ιδιαίτερα άβολες και φιλοσοφικές και άγονες λογοτεχνικές συζητήσεις συντροφιά με καφέδες και πολλά τσιγάρα από διάφορες μάρκες, το πρωινό μιας γενιάς που πάντα έρχονταν δεύτερη και δεν έκανε τίποτε.

2) «DOWN BY LAW” ταινία για φυλακισμένους και απόδραση με τους Roberto Benigni, Tom Waits, John Lurie , στη φυλακή και στους βάλτους της νέας Ορλεάνης, μεταξύ ενός ραδιοφωνικού dj των μπλούζ, ενός νταβατζή και ενός παλαβού Ιταλού που σκότωσε κάποιον με μια μπάλα μπιλιάρδου. We all scream for Ice cream λοιπόν με ένα ποτήρι vin de liquor   του Συνεταιρισμού Σάμου, ή ένα vinsanto από την Santo Wines , και φυσικά ουρλιάζουμε για παγωτό φτιαγμένο από ολόπαχο γάλα βουβάλας, ποίηση του Walt Whitman, και το “Road not Taken” του Robert Frost απαγγελλόμενα στα Ιταλικά από τον θεοπάλαβο χαρακτήρα του Benigni.

ΥΓ Σ΄ αυτούς που αρέσουν τα road trip και ανήκουν στην κατηγορία «κάτι κουρασμένα παλικάρια» σαν και εμένα, και ψάχνουν για όσα έχασαν ή παρέλειψαν να κάνουν μέχρι τα έντονα τελευταία «άντα» τους, προτείνουμε το BROKEN FLOWERS” του ίδιου σκηνοθέτη. Ένα  roadtrip του εν εφεδρεία παλαιού Ντον Ζουάν που έχει γίνει Ντον Τζόνστον και να ψάχνει τον «χαμένο τον Γιάννη», ένα γιο που δεν γνώρισε ποτέ, ρωτώντας τις παλιές του αγαπημένες, με ένα μπουκάλι σαμπάνια Moet έτσι για να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας, και να τον πείσουμε ότι η μοναδική μας στενοχώρια σε σχέση με τους οικογενειάρχες είναι αυτή.   

Σχολιάστε