ΚΡΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑΙΝΙΕΣ volume 9A «Chardonnay και Ζόμπι.

Το κρασί δηλαδή ως ελιξίριο αθανασίας, σε ένα κόσμο όπου τα λουλούδια είναι σπασμένα,οι νεκροί δεν πεθαίνουν, και για την επανάσταση των ζόμπι φταίνε οι Αμερικάνοι καπιταλιστές. (Αλλιώς Jim Jarmusch, σαρντονέ και κουβανοί επαγγελματίες εκκαθαριστές απέθαντων, κάτι σαν κομμουνιστές ghostbusters αλλά για ζόμπι με καπιταλιστική νοοτροπία, και κέρδισα το τζόκερ αλλά θέλουν να με φάνε.)

Ήδη από το πρώτο άρθρο της στήλης “Κρασιά και ταινίες” με τίτλο “Η ερωτική απογοήτευση σε μια οινική αυτοκρατορία που αντεπιτίθεται”  εκφράσαμε μια φυσική απέχθεια που έχουμε ως στήλη για τις ταινίες με τα ζόμπι και τις σπλατεριές. Τα πλακώστε τους, σουβλίστε τους και τα τοιαύτα που έλεγε και ο Χάρυ Κλύν. Απέχθεια φυσική που σχεδόν φτάνει το μέγεθος της απέχθειας, που έχουμε για το χύμα κρασί του μπάρμπα Γιώργου από το χωριό, που δεν ρίχνει λιπάσματα και φάρμακα στο αμπέλι του παππού, που ξεχάσαμε να δηλώσουμε στο κτηματολόγιο.

Παρ’ όλα αυτά και κατόπιν εντόνων πιέσεων, ασφυκτικών και ίσως και αθέμιτων, καταλήξαμε σε μία εξαιρετική πρόταση. Προσδεθείτε λοιπόν κι ανοίξτε ένα εξαιρετικό βουτυράτο σαρντονέ , αυστηρά μονοποικιλιακό, περασμένο από βαρέλι αλλά όχι για πολύ καιρό, ώστε να χάσει τα λουλουδάκια του, και το φρούτο του, παίρνοντας όμως το αρωματάκι το ελαφρύ του φρεσκοκαβουρδισμένου φουντουκιού. Εγώ λόγω τιμής όχι δικής μου, αλλά της φιάλης σε σχέση με την ποιότητα του οίνου, προτείνω το «ΜΑΤΙ FORTUNA GOLD  EDITION WHITE” του νέου μου αγαπημένου οινοποιείου της ASTIRX, για ένα ιδιαίτερα πληθωρικό chardonnay με σύνθετα αρώματα εσπεριδοειδών, και βοτανικότητα σε συνδυασμό με ανεπαίσθητη ορυκτότητα, φρεσκοκαβουρδισμένου, φουντουκιού, βανίλιας, βουτυράτου, με ιδιαίτερο όγκο και μια απίστευτη επίγευση  που το καθιστούν ιδιαίτερα εστιατορικό. Το ελαφρύ πέρασμα του από το βαρέλι το καθιστά περισσότερο φρουτώδες αλλά τιθασευμένο και με λεπτεπίλεπτη αρωματικά βαρελίσια προίκα, τόσο όσο πρέπει για να λειτουργήσουν μερικές γουλιές του σαν ανάνηψη  για τους ζωντανούς/νεκρούς. Ετοιμάστε και ένα ωραίο ελαφρύ σνίτζελ από φιλέτο στήθους κοτόπουλου. Πανάρουμε πρώτα στο αλεύρι, μετά στο αυγό. Στραγγίζουμε τινάζουμε  το αλεύρι που περισσεύει. Πανάρουμε και πάλι σε χοντροτριμμένη φρυγανιά ή τεμπούρα (γιαπωνέζικη φρυγανιά χοντροκομμένη με κατάνα) , και φριτάρουμε σε καυτό ελαιόλαδο ή βούτυρο κλαριφιέ ή ακόμη καλύτερα και τα δύο . Και μόλις ροδίσει από έξω  αποθέτουμε σε χαρτί κουζίνας για πέντε λεπτά να τραβήξει. Ανοίγουμε το σαρντονέ μας, σερβίρουμε σε κλασσάτο κρυστάλλινο ποτήρι, γαρνίρουμε το σνίτζελ μας με λάχανο τουρσί και μαγιονέζα, και πατάτες τηγανητές στρόγγυλες, ή σωτέ με κουρκουμά , καπνιστή πάπρικα και λίγο δεντρολίβανο.

Και αφού έχουμε προσδεθεί, σερβιριστεί , κλείσει παράθυρα, παντζούρια, τηλέφωνα και ίντερνετς, βλέπουμε «THE DEAD DON’T DIE» του ιδιόρρυθμου, καλλιτεχνικού , αβάντ γκάρντ πάντα, και κυρίως έχοντος κινηματογραφική υπογραφή Jim Jarmusch. Εμπνευσμένο από το ομώνυμο κάντρι τραγούδι του Sturgill Simpson, μας δείχνει πως ακόμη και αυτό το περιφρονημένο είδος των ταινιών ζόμπι, μπορεί να έχει μια παραπάνω από αξιοπρεπή εκπροσώπηση. Και υπό την εμμονική σχεδόν υπόκρουση της ανωτέρω κάντρυ υπέροχης αλλά ψιλό μακάβριας  μπαλάντας που δανείζει τον τίτλο της στην ταινία, απολαμβάνουμε το σαρντονέ μας , που παθιασμένα ζητάει το φυλακισμένο ζόμπι , που ήταν η πρώην αλκοολική τρελή του χωριού, στο οποίο σερίφης είναι ο απαθής και κολλητός του Jarmusch, Bill Murray.

Και ενώ κατεβαίνει μια χαρά το σαρντονέ μας  και συνδυάζεται μια χαρά με το κοτοσνίτσελ μας και τις αυστριακής παραλλαγής γαρνιτούρες του, σκοτώνουμε συνεχώς ζόμπι με την μούσα του Jarmusch, Tilda Swindon, στο ρόλο της σκωτσέζας εργολάβου κηδειών – ταριχεύτριας, που ξηγιέται σαμουράικα με την κατάνα της στα ζόμπι, έχοντας την απαραίτητη προϋπηρεσία λόγω του επαγγέλματος της, όσον αφορά τα νταλαβέρια με  τους απέθαντους. Λεπτή ειρωνική αναφορά στον χαρακτήρα της νύφης που υποδύεται η Ούμα Θέρμαν στο “kill Bill” του Ταραντίνο κατά την ταπεινή μας άποψη. Κι εδώ όπως σχεδόν σε όλες τις ταινίες του Jarmusch, έχουμε αναφορές σε ταινίες σταθμούς του παγκοσμίου κινηματογράφου.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Nosferatu στο μπλουζάκι του ντόπιου νέρντ που έχει το μαγαζί στο red neck χωριό του ρατσιστικού αμερικανικού νότου, που πουλάει από βενζίνη και αναψυκτικά μέχρι καραμπίνες, κλαδευτήρια, και άλλα απαραίτητα στη μάχη κατά των πάλαι ποτέ αγαπημένων και αλήστου μνήμης, που λόγω μιας ανθρώπινης παρέμβασης στον άξονα της γης, έρχονται να εκδικηθούν όσους δεν έφαγαν τα κόλλυβα και την ελίτσα και δεν ήπιαν το κονιακάκι  στα σαράντα τους. Απαγορεύεται βέβαια διά ροπάλου να λέμε κονιάκ το μπράντυ, που σερβίρεται χύμα στα μνημόσυνα σε οινικό σάιτ, αλλά το κάναμε ποιητική αδεία και για να γίνουμε πιο προσιτοί στο λαό. Εξαιρετική σάτιρα του Jarmusch που με την αναφορά του στο είδος των ζόμπι  περνάει το μήνυμα του υπερκαταναλωτισμού που μας έχει μετατρέψει σε ζόμπι. Άλλωστε τα δικά του ζόμπι επαναλαμβάνουν συνεχώς υλικά αγαθά, που ήθελαν εν ζωή εμμονικά να αποκτήσουν, και αιτία της δυστοπικής καταστροφής που επήλθε, είναι αυτή η καταναλωτική μανία του ανθρωπίνου γένους, που κατέστρεψε το φυσικό περιβάλλον και τον κόσμο. Bill Murray, Steve Buscemi, Tilda Swinton , και  αυτός ο καινούριος ο ακατανόμαστος, που έπαιζε τον γιο του Χαν Σόλο που πέρασε στην σκοτεινή πλευρά της τελευταίας κακής τριλογίας του Star Wars, και φυσικά ο Iggy Pop που ζομπάρει ανελέητα όπως και σε άλλες ταινίες του κολλητού του Jim Jarmusch, ο “φονικό όπλο” Danny Glover και ο ρατσιστής βλάχος και σε όλα τα καλά παρών Steve Buscemi. Αναφορές στον «Great Gatsby” στο “Star Wars”,  στο “Lord of the Rings” με τον πωλητή στο σιδεράδικο , μια να τον αποκαλούνε Φρόντο, μια Μπίλμπο, και μια Χάρυ Πότερ. Απολαμβάνουμε μαζί με τον ίδιο τον Jarmusch τον  αιμοσταγή φόνο των χίπστερς από το Πίτσμπουργκ ή το Κλήβελαντ, αργοπίνοντας το υπέροχο λιπαρό και αξιοσέβαστο σώμα του αρωματικού σαρντονέ μας που καλό θα ήταν να είναι από την Νάπα της Καλιφόρνια, ή ακόμη καλύτερα από την Νότιο Αυστραλία, αλλά 99% θα είναι από την ταπεινή Ελλάδα και θα τα καταφέρει εξίσου θαυμάσια , αν πειθαρχήσουμε στις εκκλήσεις του ακόμα πιο ταπεινού μας βαλαντίου. Και για να μην το ξεχάσω , ναι μισούμε κι εμείς τους χίπστερς, έτσι γιατί βρίσκουμε προσποιητό το στυλάκι τους, και γιατί μας αρέσουν τα αυθεντικά «περίεργα» άτομα, η  επαρχία, η καλώς εννοούμενη «χωριατιά» και αυτή η αίσθηση του ψαριού έξω από το νερό όπως και στον Jim.  Κι επειδή ο Jarmusch, όπως κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του έχει πάντα στον κινηματογραφικό του λόγο μια αναφορά στα λογοτεχνικά του αναγνώσματα, μας υπενθυμίζει τοMoby Dick” όπου ο Herman Melville γράφει «ακατανόμαστες (δεν μπορούμε να τις αναλογιστούμε) οι συμφορές των αμέτρητων θνητών».

Και καταλήγουμε σε ένα στυγνά απαισιόδοξο μήνυμα για έναν γαμημένο, πέραν επισκευής κόσμου, λόγω μιας ανθρωπότητας ζομποποιημένης από τον καταναλωτισμό, ντυμένης σε ένα πανέμορφο κωμικό και ταυτόχρονα κυνικό αμπαλάζ, με κάντρυ μουσική κορδέλα, λογοτεχνία ποίηση και chardonnay cuvee, αλλά πιο πολύ σαρντονέ και λιγότερο κουβέ, ιφ γου νόου γουάτ Άι μην, να βγάζει τον επικήδειο σε ένα αξιομνημόνευτο σνίτσελ κοτόπουλο. Και φυσικά αναφερόμαστε στη δική μας αντίστοιχη τιμιότατη επιλογή του “MATI FORTUNA GOLD WHITE EDITION” της ASTIRX από ημιορεινούς αμπελώνες του Μωριά.

Συνεχίζουμε στην μάχη μας κατά του καταναλωτισμού, αλλά και για να γεμίσουμε ένα ακόμη βροχερό και κρυουλιάρικο βράδυ, με το “JACKPOT! “ του Paul Feig , με τον πανταχού παρών πλέον, παλιό παλαιστή και πρωταθλητή μάλιστα John Cena που συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα στις πολλές παρουσίες του, την φανταστική Awkafina και στον ρόλο του κακού τον Simu Liu. Εδώ σε μια δυστοπική Καλιφόρνια του σήμερα, σε μια υπερκλήρωση ενός τεραστίου τζάκποτ, η υπερτυχερή άνεργη, αποτυχημένη, χαμηλοκώλα Ασιάτισσα ηθοποιός Αwkafina ποδοπατημένη σε ένα κόσμο που κυριαρχούν μυριάδες καλλίγραμμες Μπάρμπι, κερδίζει άθελά της τον πρώτο λαχνό. Αλλά για να πάρει  τα γκαφρά, πρέπει να παραμείνει ζωντανή μέχρι το βράδυ, γιατί όποιος τη σκοτώσει χωρίς πυροβόλο ή βαλλιστικό όπλο πριν το βράδυ, παίρνει το τζάκποτ. Παρακολουθούμε λοιπόν την ηρωίδα μας να παλεύει να μείνει ζωντανή με την βοήθεια του αγαθού σε σημείο βλακείας σωματοφύλακά της John Cena, σκοτώνοντας ανελέητα τις ορδές των Καλιφορνέζων που πληροφορούνται ανά δεκαπέντε λεπτά την τοποθεσία τους μέσω drone, και τους επιτίθενται με σεσουάρ, αλυσοπρίονα, μαχαίρια, ματσέτες , παλούκια , και αυτοκίνητα, διψασμένοι για αίμα και χρήμα. Νέοι γέροι , επώνυμοι, ανώνυμοι, φίλοι και εχθροί όλοι αποφασισμένοι να γίνουν φονιάδες, υπνωτισμένοι από την υπόσχεση του εύκολου χρήματος. Και εδώ λοιπόν κριτική κινηματογραφική για την ζομποποίηση του σύγχρονου homo katanalwtikous με καταιγιστικό ρυθμό , φόνο ανά δευτερόλεπτο, χιούμορ μαύρο και λευκό αλλά ξεκαρδιστικό. Απολαύστε λοιπόν  αυτή την σπίντα της υπόσχεσης του τζακπότ συνδυασμένη με πολεμικές τέχνες, με παρέα φίλων, αλλά όχι φιλοχρήματων, και γλυκόξινο χοιρινό με δαμάσκηνα και πουρέ γλυκοπατάτας, και φυσικά με ένα chardonnay με τη λιπαρότητα και την στιβαρότητα του chardonnay του ΚΤΗΜΑΤΟΣ ΣΚΟΥΡΑ “ΑΡΜΥΡΑ” 2021 που περιέχει ένα 5% μαλαγουζιά, συνδυασμένη με τον υπέροχο αρωματικό χαρακτήρα του όταν αυτό κατά τον κύριο όγκο του δεν περνά από την διαδικασία του βαρελιού, (μόνο το 30% του όγκου του περνάει από διακριτικό βαρέλι ίσα ίσα για τη νότα)Το χρώμα του είναι διαυγές κιτρινοπράσινο με αρκετές λαχανί όπως θα έλεγε η ανεψιά μου ανταύγειες. Η μύτη είναι ισχυρή και φρουτώδης για chardonnay , με αρώματα ώ ροδάκινου της ποικιλίας γιαρμά Ημαθίας, πεπονιού ποικιλίας κουνέλι, πράσινου μήλου granny smith , και ανανά ή μάγκο, καθώς και με νύξεις λεμονιού. Αρώματα βούτυρου και φουντοκιού αλλά ‘οχι προσφάτως καβουρδισμένου, συμπληρώνουν το αρωματικό προφίλ. Το στόμα είναι πλούσιο, στρογγυλό, δροσερό, και ισσοροπημένο με αρωματική επίγευση. Η επίγευση είναι σχετικά μεγάλης διάρκειας με πολυπλοκότητα και συνεχή εξέλιξη έτσι για να μας δίνει την αίσθηση του μάταιου  τούτου γήινου κόσμου.

Και καταλήγουμε σε μια καταπληκτική κωμωδία με θέμα ζόμπι, την καλύτερη ταινία της εποποιϊας των ζόμπι αν θέλετε. Το διαβόητο , περίφημο και χιλιοτραγουδημένο Jouan De los Muertos, ο Χουάν των νεκρών δηλαδή. Αδυνατώ να θυμηθώ τον ελληνικό τίτλο που της απέδωσαν, επειδή πιθανότατα θα είναι καμιά κραυγαλέα ανοησία όπως πάντα. Ο φίλος μας ο Xoυάν λοιπόν, Κουβανός μικροαπατεώνας , ψαράς κατ’επίφαση, φτωχαδάκι της κομμουνιστικής κουλτούρας , πρέπει να έχει μια αλητεία διαφορετική και πιο υγιή από αυτή που ξέρουμε για να επιβιώσει σε ένα υποτιθέμενο ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς. Παρά όμως το καθεστώς, την Αγκόλα, την άγνωστη περίοδο και την δυσχέρεια του κουπονιού για το χαρτί υγείας, το χιούμορ, η  μουσική και η κουλτούρα, όπως μόνο οι Κουβανοί την ξέρουν, υπαινίσσονται μαζί με την ποίηση στο κάθε λίκνισμα τους , και  φυσικά την ανάγνωση του Κόμη Μοντεχρήστο κατά την διάρκεια του τυλίγματος των ομώνυμων περίφημων πούρων, που δανείστηκαν το όνομά τους από το διαβόητο κλασσικό λογοτέχνημα του Αλεξάνδρου Δουμά το υψηλό πνευματικό επίπεδο και την γνώση ενός φτωχού αλλά καλλιεργημένου λαού, και εγγυώνται το υψηλότατο επίπεδο του χιούμορ του. Ως άλλος Εντμόντ Νταντές, λοιπόν ο φίλος μας ο Χουάν, που ως Λατίνος εραστής, και ξενοκοιτάει και ξενοασκείται στο άλμα εις μήκος και εις ύψος, με τον κοντόχοντρο φίλο του Λαδάρο (Λάζαρος στα Ισπανικά, μας αρέσουν κάτι τέτοια λόγω της συλλογικής βλακείας που μας δέρνει) αντιλαμβάνονται την revolution των νεκροζώντανων Κουβανών, και ακούνε στο ελεγχόμενο από το καθεστώς ράδιο και τηλεόραση πέρα από το Ηasta la Vittoria siempre commandante, το ότι για την επίθεση των ζόμπι από την Σάντα Κλάρα και το Varadero ,μέχρι την Αβάνα και το Γκουαντάναμο φταίνε οι Αμερικάνοι και ο καπιταλισμός. Kαι ποιος ξέρει ; Η αλήθεια κρύβεται στο άφθονο κουβανέζικο ρούμι, στα κωμικοτραγικά ευτράπελα και στην αντεπίθεση του Χουάν των νεκρών, του Λαδάρο και της παρέας τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επιβιώσουν και να ξαναπιούν, να ξαναερωτευτούν , να ξαναχορέψουν  μέχρι τελικής πτώσεως αφού νικήσουν και τους sosialistas muertos.

Αυτήν την καταπληκτική ταινία όλοι θα περίμεναν να την προτείνουμε με ένα  εκλεκτό ρούμι, μια μαύρη παλαιωμένη επί επταετίας  Havana Club , με λάιμ, ζάχαρη από κουβανέζικο ζαχαρακάλαμο που κουβαλούσε σε τσουβάλια ο Che σε προπαγανδιστικό βίντεο του Fidel που έδειχνε την ανάγκη να δουλέψουν όλοι για την επανάσταση. Ή την σούπερ γουάου πρόταση του φίλου Θωμά για το Plantation που πρόκειται για εξαιρετικό μείγμα παλαιωμένων ρουμιών που έχουν ωριμάσει αρχικά στα Μπαρμπάντος και στη συνέχεια σε βαρέλια κονιάκ στη Γαλλία, μια εξαιρετικά premium επιλογή για ρούμι.Συνοδευμένα με μάνγκο, αβοκάντο, ανανά, θαλασσινά, κτλ. Θα πάμε όμως σε ένα chardonnay χωρίς βαρέλι, περισσότερο φρουτώδες από ποτέ από το Οινοποιείο της Στροφιλιάς στην Νεμέα , το «ΣΤΡΟΦΙΛΙΑ ΣΠΑΝΙΕΣ ΓΑΙΕΣ ΒΙΔΙΑ» από ένα μοναδικό αμπελοτόπι, με μια σπάνια ορυκτότητα που βγάζει ο φρεσκοαναμμένος zippo όπως ανάβει το τσιγαράκι του Έλληνα ήρωα της υπάιθρου, μαζί με ένα ιδιαίτερα φρέσκο και σύνθετο φρουτώδες περισσότερο και πολύ λιγότερο ανθικό μπουκέτο, με μια τραγανή οξύτητα που υπόσχεται έντονες συγκινήσεις με μια γαριδομακαρονάδα συνοδευμένη  με Cuban medianoche bread. Κουβανέζικο ψωμάκι με λίγο παραπάνω ζάχαρη το οποίο παραγεμισμένο με χοιρινό, ψητό ζαμπόν, τυρί, ή και πίκλα κατά βούληση αποτελεί κλασσικό Κουβανέζικο φαγητό του δρόμου. Η αν νιώθετε πιο εξωτικοί και ριψοκίνδυνοι, αλλά με το ρίσκο έρχονται τα κέρδη μπορείτε να τα συνδυάσετε με έναν γεμιστό Ανανά αλά Κουμπάνο, γεμιστό με με διάφορα αλμυρά υλικά, όπως κιμάς, μοσχαρίσιο κρέας, ζαμπόν, χοιρινό κρέας ή θαλασσινά και λαχανικά, και να νιώσετε σαν τον Fidel κατά την θριαμβευτική είσοδο στην Αβάνα, ή σαν τον Che με φόρμα παραλλαγής στην περίφημη ομιλία του στον ΟΗΕ όπου επικαλούμενος ποιητές και δολοφόνους, έκανε τους διπλωμάτες με τα διδακτορικά, τις περγαμηνές, τα τουιντ και τα χειροποίητα Ιταλικά κουστούμια να μοιάζουν με ζομποποιημένους κουτούς παλιάτσους.

 

Σχολιάστε