Αλλιώς, αξέχαστοι κινηματογραφικοί, ανεκπλήρωτοι κι εκπληρωμένοι έρωτες του σελιλόιντ μετά οίνου, τύρου και αχλαδίου και κατάλληλης ή ακατάλληλης παρέας από τον YOURS TRULLY, τον άνθρωπο της διπλανής κάβας , του καμμένου vcr, του dvd που το κρέμασαν για να διώχνει τα περιστέρια.
Συννεφιά πάλι σήμερα. Άλλα σύννεφα δεν χωράνε όμως. Ειδικά σε θέματα καρδιάς. Το κρύβουμε επιμελώς. Κάτω από αυτό το σκληρό περίβλημα που θέλουμε να δείχνουμε στον κόσμο. Κάτω από το κυνικό μας άβαταρ, που βοηθάει να επιβιώνουμε σε μια ακόμη πιο αναίσθητη κοινωνία, κρύβεται όπως έλεγε και η γιαγιά μου μια καρδιά πατάτα. Ένας αθεράπευτος ρομαντισμός και ένα βαθύ παράπονο με μορφή ερωτημάτων, όπως : Γιατί τώρα; Γιατί αυτή; Γιατί να αγαπώ και να πονώ; Γιατί γεννήθηκα φτωχός; Γιατί τα μοντέλα παντρεύονται με εφοπλιστές; Γιατί να είμαστε κι οι δυο αισθηματίες;
Με αυτά τα προαιώνια, βασανιστικά ερωτήματα και προσωπικά, αναπάντητα παράπονα να τριβελίζουν το θολωμένο μου μυαλό, όπως τραγουδούσε ο αείμνηστος Στέλιος Καζαντζίδης, που προσφάτως ενσαρκώθηκε από τον κύριο Μάστορα των Μελισσών ιδιαιτέρως ανεπιτυχώς υποκριτικά και καλούτσικα μουσικο-ερμηνευτικά, ακούω κατά λάθος σε ένα ολντσκουλάδικο ραδιοκασσετόφωνο του 90ς αυτοκινήτου της νουνάς της αδερφής μου, το σάουντρακ του «love story». Αυτό είναι και το τελειωτικό χτύπημα. Αλλεπάλληλες μαχαιριές αθεράπευτης αλλά ξεχασμένης καψούρας σκίζουν την ματωμένη μου ψυχή. Τα παλιά τραύματα ξαναματώνουν και ανακαλώ την κάθε μία από τις πολλές που αποπειραθήκαμε ανεπιτυχώς την κοινή ευτυχία, η τουλάχιστον αυτό νόμιζα εγώ. Ως έμπειρος πολυτραυματίας από τα βέλη του έρωτος, έχω καταλάβει με τον πιο οδυνηρό τρόπο, ότι περισσότερο πoνάει το εκπληρωμένο που διακόπτεται βιαίως από ανυπέρβλητους εξωτερικούς παράγοντες, από ηθικά προπατορικά διλήμματα, και το «ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα» της τεράστιας και λατρεμένης Βίκης Μοσχολιού, παρά το ανεκπλήρωτο μονομερώς Μαριγούλα, Μαριγώ, δεν με θες, εεεε να κι εγώ.

Γι’ αυτό και σπεύδουμε στο ταπεινό μας γιατάκι (σπίτι, φωλιά), κουκουλωνόμαστε κάτω από την κουβέρτα μας την Βέτλανς γιατί ακόμη έχει κρύο , παίρνουμε επτά πακέτα χαρτομάντηλα, δύο κασσετίνες σοκολατάκια που έτρωγε κι ο Forrest Gump, ανοίγουμε ένα παλαιωμένο αρκετά επιδόρπιο οίνο , εφηβικής σαν και εμάς ηλικίας, το δεκατετράχρονο γλυκό ερυθρό κρασί από αγιωργίτικο Π.Ο.Π. ΝΕΜΕΑ, με το όνομα «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ» του κτήματοςΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ και δυναμικό παλαίωσης απίστευτα μακρό όσο η αιωνιότητα της αγνής αγάπης, και ξεκινάμε όσο το δυνατόν πιο έτοιμοι. να δούμε την καλύτερη ιστορία αγάπης που έχει αποτυπωθεί σε φιλμ. Τον έρωτα, που μόνο από ένα αδιεξοδο φλερτ θα μπορούσε να ευοδωθεί. Ράιαν ο Νηλ ο νεαρός υπερπλούσιος , αγαθός, αθληταράς νομικάριος του Χαρβαρντ καλή ώρα σαν κι εμάς, αν όπου Χάρβαρντ βάλεις ΝΟΕ και Α.Π.Θ. και στο υπερπλούσιος, δεν έχουμε στον ήλιο μπύρα. Τέλος πάντων τη δαγκώνει τη λαμαρίνα ο μπρούκλης γόνος, το παιδί του μπαμπάκα του, ο τάδε ο τρίτος, με ένα κορίτσι απλό και λαϊκό, αλλά τέρμα καλλιεργημένο (τέτοια που μας αρέσουν κι εμάς τους πληβείους). Αυτή αγαπάει τον Σοπέν, τους Μπιτλς κι αυτόν. Και ναι, για να θυμηθούμε και το άγαρμπο φλερτ των σέβεντυς, μην την ρωτήσετε οι μπούμερς. Ναι ζαχαροπλάστης ήταν ο πατέρας της, μετανάστης και καλός καθολικός. Που πας και συ ρε κορίτσιμ με τον μπαμπά τον ζαχαροπλάστη από τον Εύοσμο της Νέας Υόρκης με τον μπούλη τον γιο του τάδε του εφοπλιστή, που απλώνει την αρίδα του στη βασιλική σουίτα του Κόστα Ναβαρίνο κανά πεντάμηνο τη σεζόν, κι όταν χάνει στο χόκεϋ επί πάγου.

Αποκληρώνει λοιπόν ο πατέρας του τον τάδε τον τρίτο τον χλεχλέ. Ο πατέρας του παλικαριού μας λοιπόν, είναι κολλητός της κυβέρνησης και όποιου έχει σημασία στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της γης των ευκαιριών. Μέχρι εδώ η ιστορία μας θυμίζει το σχεδόν αρχαϊκό, ελληνικό, βουκολικό δράμα, του «Τάσος και Γκόλφω», αλλά αν τα πράγματα δεν άλλαζαν δεν θα το προτείναμε. Χύνοντας λοιπόν το πρώτο δάκρυ στο δεύτερο χαρτομάντηλο γιατί με το πρώτο σκουπίσαμε τα δάχτυλα μας από την λιωμένη νουαζέτα, σιπάρουμε ελαφρώς μια δυο γουλίτσες από τον «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ» μας γιατί αυτού του είδους οι επιδόρπιοι οίνοι δεν είναι για χόρταση. Αυτή η αποκλήρωση του ήρωά μας από τον πατέρα του γιατί δεν εγκρίνει την ερωτική του επιλογή, δυναμώνει τον γνήσιο, τον τρου θιγνκ, τον αμέτρητες πεταλουδίτσες Ρόδου στην κοιλιά, τον δεν χρειάζεται να πεις συγνώμη σ’ αυτόν που αγαπάς, τον μνημειώδη αυτόν άδοξο έρωτα που χαλυβδώνεται από τις οικονομικές δυσκολίες. Και ναι σπάνει το κορίτσι την πλάτη του στα ΚΔΑΠ και τους παιδικούς σταθμούς για να σπουδάσει νομικά ο αχαΐρευτος για να μην ρίξει τα μούτρα του στον ζάπλουτο αλλα κρυόκωλο πατερα του.
Από δω και πέρα θα σας αφήσουμε μόνους και αβοήθητους στο τέλος, μην γίνουμε και σποϊλεραδες. Βέβαια δεν νοείται άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, είναι 30 και κάτι, του αρέσουν τα χιόνια, ο έρωτας, ο Ράιαν ο Νηλ, τα σάλια και τα λαβ σονγκς και να μην την έχει δει. Όπως και να είναι, και να μην την έχει δει κανείς, όσο άμουσος και ανέραστος και κυνικός να είναι, ας την δει. Αριστούργημα λοιπόν, δακρύβρεχτο, πάει μια χαρά με την μοναξιά της 14ης του Φλεβάρη, τα σοκολατάκια του Φόρεστ και τον επιδόρπιο γλυκύ οίνο Π.Ο.Π Νεμέας, τον «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ» του κτήματος Παπαϊωάννου στα δεκατέσσερα του έτη. Προσοχή στους άπειρους, μην τη δείτε με τον καλό ή την καλή σας οι ανύπανδροι, γιατί θα σας ζητάει αιώνιους όρκους αγάπης και αφοσίωσης, δαχτυλίδια βέρες και γλέντια με ζουρνάδες και νταούλια. Και σεις όπως και εμείς, δεν ξέρετε αύριο τι σας ξημερώνει. Οι αξιομνημόνευτοι έρωτες δε, απαιτούν και ανάλογη σταθερότητα χαρακτήρα.
Αμέσως μετά την ανωτέρω εκτενή αναφορά μας στον χαροκαμένο έρωτα του «love story’, και επειδή δεν χρειάζεται να σας ζητήσουμε συγνώμη μιας και ο έρωτας ο μεταξύ μας είναι από αυτούς που δεν χρειάζεται να σχωρνιόμαστε αναμεταξύ μας, ακούμε στο gruding ολντσκουλάδικο ραδιοκασετόφωνο του βίντατζ αλλά καλοτάξιδου αμαξιού της νονάς της αδερφής μου, ανάμεσα στο χτανγκ χτανγκ των υαλοκαθαριστήρων, που προσπαθούν να δείρουν το ψιλόβροχο του υαλοπίνακα του, για να μην το λέμε παρμπρίζ και τσατίζουμε και τον κύριο Μπαμπινιώτη, το «Ι Will always love you” της λατρεμένης μου, της φωνάρας, της κουκλάρας, του κοριτσιού της εκκλησιαστικής χορωδίας που έγινε σούπερ σταρ, της Whitney Houston. Και επειδή τραγουδούσε από γκόσπελ , μέχρι rnb και ροκ και όπερα και ήτανε και σπάνιος κορίτσαρος θα σας εξομολογηθώ μέρες που είναι ότι ήταν το παιδικό μου κρας από το τότε που πρωτοάκουσα το «Ι wanna dance with somebody”. To κορίτσι λοιπόν που αγάπησαν μέχρι και οι αγγέλοι στο “the Preachers wife” έχουμε την ευτυχία να το ξαναζήσουμε όπως αποτυπώθηκε στην πιο επιτυχημένη εμπορικά, ιστορία αγάπης του σελιλόιντ, από καταβολής κόσμου. Το ‘Bodyguard με τον πολύ και ιδιαίτερα επιτυχημένο, αγαπημένο φίλο της Γουίτνεϋ Κέβιν Κόστνερ στον ρόλο του σωματοφύλακα μιας ψιλοκακομαθημένης αλλά παγκοσμίου φήμης ποπ σταρ που στα καλύτερα της καριέρας της και λίγο πριν της απονεμηθεί το όσκαρ καλύτερου τραγουδιού δέχεται σοβαρές και ασόβαρες απειλές για τη ζωή της. Ακούμε λοιπόν το “I have nothing” με δάκρυα στα μάτια, κι ανοίγουμε μια φιάλη «weissburgunder” του κτήματος Andres Deidesheim του 2023.
Το weissburgunder λοιπόν, που ομολογώ πως δεν γνώριζα, το δοκίμασα λόγω περιέργειας για το όνομα της ποικιλίας και μόνο στο πρόσφατο WINE SHOW που έλαβε χώρα στο περίπτερο 6 της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη, και από ότι μου είπαν οι εκπρόσωποι της εταιρίας που το εισάγει στην Ελλάδα είναι το pinot blanc . Όπως και να έχει μικρή σημασία έχουν τα ονόματα για την μυτούλα και τον ουρανίσκο μας, και απολαμβάνουμε το ανθικό περισσότερο και λιγότερο βοτανικό μπουκέτο του συγκεκριμένου κρασιού, τα διακριτικά αρώματα αχλαδιού, κυδωνιού, μοσχολέμονου ίσως ακόμη πιο διακριτικού, την φρέσκια του αλλά όχι ιδιαίτερα υψηλή οξύτητα, μιας μέσης ομολογουμένως διάρκειας επίγευσης αλλά γλυκίζουσας ταυτόχρονα, λες και αφήνει τα αρώματα του ροδάκινου και του αχλαδιού και στον ουρανίσκο. Ακούγοντας στην συνέχεια το “I run to you” οι φίλες της στήλης μας τρέχουν στον δικό τους σωματοφύλακα που μπορεί να μην έχει χορέψει με τους λύκους, αλλά στα μπουζούκια σίγουρα, και του ζητούν να τις μαγειρέψει ένα κριθαρότο με γαρίδες με όχι πολύ πικάντικη , ούτε πολύ κόκκινη σάλτσα, ή καλύτερα ένα μυδοπίλαφο αλλιώς, πιλάφι δηλαδή, με σάλτσα μύδια, σαγανάκι κίτρινο, με βάση τη μουστάρδα και τα φρέσκα πράσινα μυρωδικά, άνιθο, κρεμμυδάκι, δυόσμο. Κάλλιστα θα τα καταφέρει ο Γερμανός μας φίλος με γαλλικές καταβολές ο χερ weissburgunder από το κτήμα Αndres Deidesheim με τα παραπάνω πιάτα, αλλά λόγω της λεπτεπίλεπτης του οινοποίησης, της ανωτέρας καταγωγής της ποικιλίας, και των ιδιαιτέρως διακριτικών αλλά θελκτικότατων αρωμάτων του, θα τον συνδύαζα, ίσως και καλύτερα, με μια φρουτοσαλάτα, με αχλάδια κοντούλα, μάνγκο, μήλο γκράνυ σμιθ, και λίγο γραβιέρα Ελασσόνας, με δυο κουταλιές γλυκό κυδώνι για το τέλος. Στεναχώρια με πίκρα, και “αγωνία με λαχτάρα να σε νοιάζομαι” που τραγουδούσε και ο Τόλης Βοσκόπουλος, ο Έλληνας Andy Williams που ερμήνευσε το ‘where do I begin μουσικό θέμα του love story’. Μας αποζημιώνει όμως καθαρτικά (για να μην ξεχνάμε και το αρχαιολληνικό δράμα μιας και από εκεί αρχίσανε όλα) η φωνάρα της Whitney Houston και η διασκευή της, που ξεπέρασε το πρωτότυπο κάντρυ τραγούδι, τόσο πολύ σε ακροάσεις, σε θεάσεις και επιτυχία, που ελάχιστοι πλέον, πλην κάποιων μουσικών νέρντς σαν τον φίλο μου τον Γιάννη, και εμένα τον περίεργο ξέρουν ότι είναι διασκευή παλιότερης κάντρυ επιτυχίας. Και όπως είπε και ο Willy Nelson ,μια κιθάρα, λίγο φτώχεια και ένα δάκρυ είναι όλη η κάντρυ.


Κι επειδή για πολλοστή φορά σας στενοχωρήσαμε, χωρίς όμως να χρειάζεται στον έρωτα να ζητάμε συγνώμη, όπως χαρακτηριστικά έλεγε η Τζένυ Καβιλέρι, ενσαρκωμένη από την καταπληκτική Άλι Μακγκρόου στο Love Story, και από πού να αρχίσουμε και από πού να τελειώσουμε άλλωστε, (where do I begin to tell how great a love has been) πάμε σε κάτι εξίσου συγκινητικό αλλά πιο ευχάριστο, με δόσεις χιούμορ, τρέλας, ψυχασθένειας, πιο τζούτζου μπρούτζου που λέει και ένας σπορτκάστερ του αθλητικού ραδιοφώνου της Θεσσαλονίκης. Και επειδή τελειώνουμε και θέλουμε να δώσουμε μια απεικόνιση του έρωτος όπως είναι σήμερα, πιο καθημερινός, πιο δυσερμήνευτος, πιο παρανοϊκός και απλός ταυτόχρονα, ζητάμε, αν δεν το ξέρουμε, να δούμε το “Silver Lignings PlayBook” με τους καταπληκτικούς, τους σέξυ και όποιος αντέξει, τους ωραίους και μοιραίους, την τρισαγαπημένη και εντελώς του τύπου μου, τώρα που μεγαλώνω και μαθαίνω, Jennifer Lawrence (Hunger Games) και φυσικά του άνδρα που θα ήθελα να του μοιάζω, (αλλά που τέτοια τύχη) και σε όψη και σε φλέγμα, Bradley Cooper. Εδώ το soundtrack αλλάζει, και όπως ακούμε το υπέροχο ντουέτο του Bob Dylan και του Johny Cash να απευθύνονται στους περαστικούς για να στείλουν ένα μήνυμα αγάπης στο κορίτσι της χώρας του Βορρά , ενώ τώρα το γράφουμε αμένσιωτο, όπως θα έλεγαν στο τουίτερ, βλέπουμε την άσχημη πλευρά του έρωτα. Την ανεκπλήρωτη, την προδομένη , αυτή που αφήνει σημάδια , ανοιχτά τραύματα, δύσμοιρους πληγωμένους ανθρώπους και χαροκαμένες οικογένειες. Επ θα μου πείτε, πάλι πίκρα, στεναχώρια και απόγνωση; Όχι καλοί μου, και πως θα μπορούσε να το κάνει αυτό άλλωστε, μια ταινία με τίτλο το ‘Εγχειρίδιο του ευτυχισμένου τέλους’ (Ελεύθερη μετάφραση δική μου που αποδίδει όμως το νόημα και όχι ελληνική εμπορική ηλιθιότητα)
Παρακολουθούμε λοιπόν έναν άνθρωπο που υποφέρει από διπολική διαταραχή, από τότε που έπιασε την γυναίκα του να τον απατά στο μπάνιο με έναν πολύ μεγαλύτερο του συνάδελφο της, μετά την συνοδεία συγκεκριμένου μουσικού τραγουδιού. που όταν το ακούει του έρχεται να τα σπάσει όλα. Βγαίνει υπό όρους. από το ίδρυμα που νοσηλεύεται, από τότε που έσπασε στο ξύλο, τον κύριο που τον κατέστησε κερασφόρο, με παρέμβαση της καημένης της μητέρας του. Αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα του πληγωμένου και ιδιαίτερα τεθλιμμένου και διαταραγμένης ψυχικής υγείας ανθρώπου, που παρ’ όλα αυτά προσπαθεί να ανταπεξέλθει στα υποτιθέμενα θέλω μιας γυναίκας που τον πρόδωσε, τον έστειλε στο τρελάδικο, και του έχει κάνει και ασφαλιστικά μέτρα να μην την πλησιάζει στα 5 χλμ. Αυτά τα ασφαλιστικά γίνονται μόνο στα αμερικάνικα έργα, εδώ όχι, γι’ αυτό μην μας ρωτάτε άνευ λόγου. Γνωρίζει μια κοπέλα που επίσης πάσχει από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, και λαμβάνει επίσης θεραπευτική φαρμακευτική αγωγή. Η θλίψη της, και οι άδικες ενοχές της για τον αδικοχαμένο πρόωρα σύζυγό της, την καθιστούν ανήμπορη να πει όχι. Την κάνουν να θέλει να αναζητά την προσοχή και την θαλπωρή μιας φιλικής αγκαλιάς με λάθος τρόπο. Προσπαθεί με αντάλλαγμα ανούσιο, άχαρο και ψυχρό σεξ να κερδίσει ξανά την αυτοεκτίμηση της. Η προσωρινή έγερση της σεξουαλικής επιθυμίας των άλλων γίνεται πρόσκαιρο και επικίνδυνο παυσίπονο για τον τραυματισμένο ψυχισμό της. Δυο πληγωμένοι και ίσως πέραν πλήρους θεραπείας άνθρωποι συναντιούνται , αναμετριούνται με την μοίρα τους, το πεπρωμένο, τις κοινές και διαφορετικές ταυτόχρονα δυσκολίες και παθήσεις τους, και βγαίνουν νικητές χορεύοντας μαζί σε ένα αέναο σάουντρακ του «Girl from the North Country» του Johny Cash και του Bob Dylan.

Εδώ όλη την διαδρομή από την παράνοια , την ψυχική διαταραχή, τα φάρμακα, την κατάθλιψη μέχρι τον έρωτα, την επιτυχία, την ευτυχία την ασημένια υπογράμμιση ενός ευτυχισμένου τέλους, που μόνο από τα σχολαστικά βήματα του εγχειριδίου μας θα μπορούσε να έχει προκύψει, απολαμβάνουμε με ένα εξαιρετικό λευκό ξηρό viognier, περασμένο από βαρέλι, ζυμωμένο μάλλον εκεί, του Κτήματος Παλυβού της σοδειάς του 2024, φρέσκο, λεπτεπίλεπτο, ζωηρό. Το βαρελάκι απλά και διακριτικά το βοηθάει να αναπτύξει ακόμη περισσότερο το αρωματικό του δυναμικό , αντιπροσωπευτικό της ερωτεύσιμης γαλλικής αρωματικής λευκής ποικιλίας. Τα αρώματα από λευκά φρούτα, από πυρηνόκαρπα, ροδάκινα, βερύηκοκα ίσως, τ’ αχλάδια συνοδευμένα από μυρωδιά ελαφρώς καβουδισμένων ξηρών καρπών, προίκα από το βαρελάκι το καθιστούν ιδιαίτερο. Δεν έχει λιπαρότητα. Έχει ένα μέτριο σώμα, και διατηρεί μια αξιοσέβαστη όχι ιδιαιτέρως μακρά όμως επίγευση΄. Προτέρημα του η ισορροπία μεταξύ της οξύτητάς του και του αρωματικού του χαρακτήρα. Το δοκιμάσαμε και αυτό με έκπληξη και χαρά ταυτόχρονα για την ποιότητα του, στο WineShowπου διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη στις 31-3-2025 και 1-4-2025 μεταξύ άλλων που μας μείνανε στην μνήμη και θα αναφερθούμε σε άλλο μας άρθρο και σε άλλη στήλη.

ΥΓ: Πείτε στον καλό ή την καλή σας πόσο τον αγαπάτε, δείξτε του το στην πράξη με ένα καλό κρασί, ένα καλό γεύμα και μια εξαιρετική ταινία πιο κοντά στα δικά του γούστα από τα δικά σας, και κάντε κάτι μικρό που θα του φέρει το χαμόγελο στα χείλη. Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να μας το λένε και να μας το δείχνουν ότι μας αγαπάνε. Και άλλωστε κανείς δεν έγινε υποδεέστερος σαν προσωπικότητα ούτε έδειξε αδυναμία λέγοντας σ’ αγαπώ ακόμη και αν δεν απαντήθηκε. Τέτοιου είδους κινήσεις δείχνουν μεγαλείο ψυχής.Και εμείς λατρεύουμε τα happy endings όσο κανείς. Όσο corny και λιγουριάρικο και cringe που λέει και η ανιψιά μου και αν ακούγεται «Ι will always love you”, ρε ταινιομπεκρούλιακες.
Σχολιάστε