Δεν υπάρχει Έλληνας που να μην έχει λατρέψει το Σωτήρη Μουστάκα. Ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο χωριό, έστω και ο πιο άσχετος με τα θεατρικά και τα κινηματογραφικά πράγματα έχει κάτι να θυμηθεί από τις αξιομνημόνευτες ατάκες, καταπληκτικές ιδιαίτερες μανιέρες, τις μούτες, και φυσικά τις ξεκαρδιστικά ευφάνταστες μεταμφιέσεις του Σωτήρη Μουστάκα. Άλλωστε και ο ίδιος λίγο πριν το πρόωρο τέλος του, και ενώ μέχρι και την τελευταία στιγμή εργαζότανε, είχε ζητήσει να θαφτεί με την Ελληνική σημαία. Τόσο πολύ αγαπούσε την Ελλάδα ο γεννηθείς στις Κάτω Πλάτρες της Λεμεσού Κύπρου ηθοποιός. Ας μην ξεχνάμε δε ότι στα 15 του έκρυβε προκηρύξεις του ΕΟΚΑ στην θήκη του βιολιού του για τον απελευθερωτικό αγώνα του Κυπριακού λαού κατά των Βρεττανών. Γι’ αυτό συνελήφθη και φυλακίστηκε, ανήλικος ων, για επτά μήνες, γεγονός που καθυστέρησε την μετάβαση του στην Ελλάδα και στον Νίκο Σταυρίδη. Τον Σταυρίδη τον είχε γνωρίσει και γοητεύσει σε μια παράσταση του μεγάλου ηθοποιού στη Μεγαλόνησο, πριν την ανωτέρω περιπέτεια του με τις Βρετανικές αρχές.
Ο Σωτήρης Μουστάκας κατά την άποψή μας, αλλά πιστεύουμε και του ευρύτερου κοινού, και των ανθρώπων, που έχουν μια στοιχειώδη θεατρική και κινηματογραφική παιδεία, μπορούσε άνετα να ανταπεξέλθει και ως δραματικός ηθοποιός. Λάτρευε όμως να κάνει τον κόσμο να γελάει, και αυτό το διαρκές χιουμοριστικό του φλερτ με ένα κοινό σαγηνευμένο από κάθε του κίνηση, κάθε γκριμάτσα, κάθε μίμηση φωνής είναι που τον κατέστησε έναν από τους επίσημους αγαπημένους και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Αμέτρητα δε τα νούμερα στις κατά καιρούς επιθεωρήσεις, όπου διακόπτονταν η παράσταση για λεπτά ολόκληρα, καθώς συμπρωταγωνιστές και κοινό δεν μπορούσαν να κρατηθούν από τα γέλια.
Και για να μην νομίζουμε ότι ο Σωτήρης Μουστάκας έπαιζε μόνο επιθεώρηση, θα υπενθυμίσουμε την αξέχαστη ερμηνεία του ως «Πενία» στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη δίπλα στους Γιώργο Κωνσταντίνο και Θύμιο Καρακατσάνη. Την παρ’ ολίγο υποψηφιότητα του στα Όσκαρ του 1964 στο ρόλο του Μιμυθού, του τρελού δηλαδή του χωριού στο «ZORBA THE GREEK”. Υποψηφιότητα που έχασε λόγω δύο λεπτών λιγότερο, από το χρονικό όριο συμμετοχής σε μια ταινία. Για να είναι ένας ηθοποιός υποψήφιος έπρεπε τότε η συμμετοχή του να κρατάει τουλάχιστον τριάντα λεπτά ενώ μετά από κάποια χρόνια το ανωτέρω χρονικό όριο έγινε τουλάχιστον οκτώ λεπτά. Υπενθυμίζουμε ότι στην ίδια ταινία κέρδισε το Όσκαρ β΄ γυναικείου ρόλου η Ρωσίδα ηθοποιός Λίλα Κέντροβα που ενσάρκωνε την Μαντάμ Ορτάνς.

Επειδή όμως είναι τεράστια η καριέρα του Σωτήρη Μουστάκα τόσο θεατρικά όσο και κινηματογραφικά θα ασχοληθούμε σήμερα μόνο με το κινηματογραφικό κομμάτι της, και κυρίως αυτό το ιδιαίτερα πολυπαραγωγικό των αρχών των 80ς με τις αξεπέραστες ακόμα και σήμερα κωμωδίες, βασισμένες σε εξωφρενικά σενάρια, ακόμη και psy fi (βλέπε «Νονά εναντίον Μαφιόζου», «Ο Μήτσος ο ρεζίλης» , «Ο Ροζ Γάτος») αστυνομικο-κατασκοπικές («Αυτός και το Πουλί του», «Καμικάζι Τσαντάκιας», «Ο Παρθενοκυνηγός»), ταινίες κοινωνικής σάτιρας, αν και σ’ αυτήν την κατηγορία θα μπορούσαν να ενταχθούν όλες του σχεδόν οι ταινίες, με αναφορές στους τίτλους τους, σε επίκαιρα τότε επιτυχημένα σήριαλ και ταινίες (βλ. «ο Δυναστείας», Ο Ροζ γάτος» , «Το παίζω και πολύ άνδρας») .

Θα αφήσουμε απ’ έξω το ιδιαίτερο ρεκόρ του σε παραγωγή βιντεοταινιών (πάνω από 40 σε διάστημα τεσσάρων ετών 1986 με 1990) που γυρίστηκαν σε μια ορφανή από κινηματογράφο εποχή και στο βωμό του μεροκάματου. Θα παρακάμψουμε την στενόμυαλη κριτική των ειδημόνων κριτικών του κινηματογράφου της εποχής, που αδίκησαν με κριτικές υπερβολικά αυστηρές κάποια από τα cult κινηματογραφικά διαμαντάκια της πρώτης πενταετίας των 80ς. Κάποιοι από αυτούς τους “Δάνος λέμε Κελεμίδης” που έλεγε και ο Χάρυ Κλύν στον μονόλογο του «Περί ταινίαι Τέχνης» μίλησαν τότε ακόμη και για σπατάλη ταλέντου. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα, πόσο μάλλον μια ταινία, πρέπει να κρίνεται αφ’ ενός μέσα στο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό γίγνεσθαι της εποχής που πρωτοβγαίνει στις αίθουσες αλλά και από την διαχρονική επιρροή της και αλληλεπίδραση της με το κοινό, που όπως και να το κάνουμε είναι και ο πιο έγκυρος και δίκαιος κριτής. Γιατί αυτό πληρώνει το εισιτήριο. Γιατί αυτό είναι ο πελάτης και έχει πάντα δίκιο. Άλλωστε όπως είχε πει και ο ίδιος ο Σωτήρης Μουστάκας δεν είναι δα και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο να κάνεις το κοινό να γελάσει.

Πάμε όμως στην πρώτη ταινία που κατά την άποψη μας είναι και η πιο καλλιτεχνική, αλλά τα έχουμε πει ξανά για τις ορέξεις και τα διάφορα είδη πίτας από κολοκύθι. Ηχεί λοιπόν σήμερα, ανήμερα της Πρωτομαγιάς γλυκά και μεθυστικά στα αυτιά μας, μαζί με το γαργαλητό στη μύτης μας, του χαμομηλιού και των κρίνων του αγρού, το αξεπέραστο «Άνοιξε το παράθυρο να μπει , δροσιά να μπει του Μάη». Και το γλυκό και μελαγχολικό γρέζι της φωνής του Αντώνη Καλογιάννη μας θυμίζει ότι το συγκεκριμένο τραγούδι σε στίχους του Ερρίκου Θαλασσινού και μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου πρωτοκυκλοφόρησε ως σάουντρακ και μουσική επένδυση της εξαιρετικής ταινίας του 1974 «ΕΝΑΣ ΝΟΜΟΤΑΓΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ» σε σκηνοθεσία και πάλι του Ερρίκου Θαλασσινού και σενάριο του Κώστα Μουρσελά. Στην συγκεκριμένη, αριστουργηματική αλλά πολύ αδικημένη κατά την άποψή μας ταινία, πρωταγωνιστεί ο Σωτήρης Μουστάκας σε έναν τραγικό για εμάς ρόλο αν και κάποιοι βιαστικά καταχωρούν την συγκεκριμένη ταινία στις κωμωδίες. Διακρίνουμε λοιπόν από την πρώτη στιγμή της ταινίας το τεράστιο ερμηνευτικό ταλέντο του Σωτήρη Μουστάκα, στο ρόλο αυτού που οι περισσότεροι από εμάς βιώνουμε καθημερινά στο πετσί μας. Ενός μεσήλικα, εργαζόμενου ανθρώπου που μαστίζεται από όλα τα στερεότυπα θέλω του κοινωνικού του περίγυρου, από τα ψευδεπίγραφα «πρέπει», που η υποτιθέμενη ηθική μας εμποτίζει, από το σχολείο ακόμη, και από μια τιμιότητα, μια ηθική που δεν αφήνει τους ειλικρινείς και πραγματικά ευαίσθητους ανθρώπους όχι μόνο να ακμάσουν αλλά ούτε καν να επιβιώσουν.
Στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού λοιπόν ως πατημένο ταπεινό χαμομηλάκι ο ήρωας μας, προσπαθεί να υπακούσει στις επιταγές της συντηρητικής αλλά υποκριτικής ελληνικής κοινωνίας της «επταετίας» και λίγο πριν την μεταπολίτευση. Η ταινία κυκλοφορεί σε σημαδιακή ημερομηνία το 1974, αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας. Η ταπεινότητα του, η υπακοή του στα ξένα θέλω, στις αρχές του, στην ηθική του, έχουν ως αποτέλεσμα να μην αντέξει ο ευαίσθητος του ψυχισμός, και να μετατραπεί σε όλα αυτά που σιχαίνεται στο δυνάστη προϊστάμενο του. Γίνεται απορτουνιστής, εκμεταλλευτής του κόπου των άλλων, κακοποιητής και σάτυρος με τις γυναίκες, κλέφτης , αδίστακτος και αναίσθητος στον ανθρώπινο πόνο. Η συνειδητοποίηση της απώλειας του μοναδικού του έρωτα κάτω από την κοινωνική πίεση, και η ανάληψη ενός ρόλου κόντρα στο χαρακτήρα του και στην ευγενική και ευαίσθητη του προσωπικότητα, τον οδηγεί στην ψυχασθένεια και την παραφροσύνη.
Σαν σουρουπώσει λοιπόν, μετά την απογευματινή σιέστα, για να χωνέψουμε, και αφού έχουμε πιάσει από το πρωί το Μάη με τα λουλουδάκια μας την παντσέτα, το λουκάνικο το χωριάτικο και το παϊδάκι, με τσιπουράκι για αρχή, λίγο μετά το φρέντο, και εν συνεχεία με ρετσινούλα σεμνή και ταπεινή από ροδίτη, ή Σαββατιανό, (έχω μια εξαιρετική που μου έφερε ο γαμπρός μου ο Χρήστος από τον «ΑΟΣ ΚΟΡΩΠΙΟΥ», αφού κάνουμε το ντουζάκι μας να φύγει η λίγδα, η τσίκνα και η κάπνα από πάνω μας, βλέπουμε «ΝΟΜΟΤΑΓΗ ΠΟΛΙΤΗ» και απολαμβάνουμε ένα ποτήρι φυσικό γλυκύ Οίνο «Κουμανταρία» από τα κρασοχώρια της «Κουμανταρίας» της Λεμεσού Κύπρου, που συνδυάζεται καταπληκτικά με παγωτό βανίλια, καϊμάκι ακόμα και μόκα ή ακόμα και μια πάστα τιραμισού ή σοκολατίνα. Αν μπορείτε δε να προμηθευτείτε από κανένα πολύ ενημερωμένο ντελικατέσσεν «σουτσούκο», ένα γλύκισμα από μούστο γεμισμένο με αμύγδαλο ή καρύδι , παραδοσιακό της Κύπρου, που μοιάζει με λουκούμι ή μάλλον καλύτερα με το «Σουτζούκ Λουκούμ» της Ξάνθης και της Κομοτηνής αλλά είναι σίγουρα κάτι άλλο, θα πετυχαίνατε τον καλύτερο γευστικό συνδυασμό γλυκύτητας, οξύτητας, ξηροκαρπάτης καβουδισμένης αίσθησης , με βανίλια, μόκα, σοκολάτα εξευγενισμένη, σιρόπι σφένδαμου, λικέρ μαρασκινο κλπ. Σε αυτούς δε που αρέσουν οι ενισχυμένοι Οίνοι, Μαδέρα, Πορτ, Σέρυ κλπ. να υπενθυμίσουμε ότι η «Κουμανταρία» παράγεται και ως ενισχυμένος οίνος, πάλι ως Π.Ο.Π κρασί, με την προσθήκη αλκοόλ σε Οίνο Βάσης Κουμανταρίας. (επιλεγμένη κουμανταρία παλαιωμένη σε δρύινα βαρέλια για τουλάχιστον τέσσερα έτη). Εμείς προτιμούμε βέβαια την version του φυσικού γλυκύ οίνου της περίφημης Κουμανταρίας από τα κρασοχώρια της Λεμεσού της ιδιαίτερης πατρίδα του Σωτήρη Μουστάκα.

Το όνομα «κουμανταρία» προέρχεται από τους Σταυροφόρους, και συγκεκριμένα το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ιερουσαλήμ, που με αρχηγό τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, τον Κολλητό του Ιβανόη και του Ρομπέν των Δασών είχαν καταλάβει το νησί. Οι Ιωαννίτες λοιπόν ιππότες που εξελίχθηκαν μετά στους Ναϊτες Ιππότες και κατείχαν και την Ρόδο και την Μάλτα, δεν άργησαν να καταλάβουν ως μερακλήδες που ήταν, αν και είχαν δώσει όρκους αγαμίας, την τεράστια , δύναμη, και πυκνότητα αυτού του Κυπριακού λιαστού Οίνου, που σε συνδυασμό με την ευγένεια και την πολυπλοκότητα του, ήταν τότε (1200 και έπειτα μΧ.) ίσως και το καλύτερο της Ευρώπης. Διαίρεσαν λοιπόν την περιοχή παραγωγής του στους Νότιους πρόποδες και πλαγιές της Οροσειράς του Τροόδους σε διοικητικές ενότητες, κουμανταρίες, για τον καλύτερο έλεγχο και πιθανώς και φορολογία και εκμετάλλευση του περίφημου αυτού πυκνού και δυνατού κρασιού, που από την αρχαιότητα αποτελούσε κατεξοχήν εξαγώγιμο προϊόν του «Χρυσοπράσινου Φύλλου του ριγμένου στο πέλαγος». Αυτός ο περίφημος λοιπόν Π.Ο.Π. λιαστός γλυκύς οίνος και στην φυσική του έκδοση, και σ’ αυτήν του ενισχυμένου οίνου παράγεται αποκλειστικά στα 14 χωριά της περιοχής της «Κουμανταρίας» όπως έχει οριστεί από την Κυπριακή Νομοθεσία από μια αναλογία 70/80% της λευκής γηγενής ποικιλίας της Κύπρου, το περίφημο Ξυνιστέρι και 20% συνήθως της γηγενούς επίσης Κυπριακής Ποικιλίας του περίφημου «Κυπριακού Μαύρου».

Αλλά επειδή ξεφύγαμε και πάλι από το θέμα μας και μιλήσαμε για ταινία του 1974 που είναι κοινωνικό δράμα, πάμε εσπευσμένα στις κωμωδίες των 80ς. Μουστάκας, Ντίσκο «DORIAN GRAY” από τις ονομαστές discotheque της αξέχαστης εκείνης εποχής του λαμέ, της δισκόμπαλας, του «ξερού» της «πιστιάρας», της «πάπιας» και του «έτσι» και της «έτσι». Κι εδώ η καθημερινή καταπίεση μιας συντηρητικής προσωπικότητας που στερεί από τον εαυτό της τα πάντα στο βωμό μιας ‘ντεμέκ’ και δήθεν αξιοπρέπειας οδηγεί και πάλι σε ψυχασθένεια. Διχασμένη προσωπικότητα ο Σωτήρης Μουστάκας εδώ, το πρωί συντηρητικός και αυστηρός φιλόλογος κάνει τον βίο αβίωτο των μαθητών και το βράδυ υπνοβατώντας, και με άλλη ταυτότητα καβαλάει το ξερό του φίλου του και γυμναστή Πάνου Μιχαλόπουλου,και λικνίζεται στους ρυθμούς του «cheri cheri lady’ στην πίστα και κάτω από τα φωτορυθμικά της θρυλικής “Dorian Gray” ως άλλο αγέραστο είδωλο στον καθρέφτη του Όσκαρ Γουαϊλντ που αν ζούσε στα 80ς θα άκουγε σίγουρα «Μodern Talking” και θα έκανε παρέα με τον Μουστάκα, την Πίκουλα , και τον Πάνο Μιχαλόπουλο.
Kαψουρεύεται λοιπόν ο Ροζ γατούλης μας την γλυκύτατη Έφη Πίκουλα (που λατρεύουμε να βλέπουμε και να ακούμε σε όλες τις συμμετοχές της, γιατί ήταν παιδικό μας crush λόγω της γλυκύτητας, της κομψότητας, και της αξιολάτρευτης φωνούλας της) μαθήτρια του με το άλτερ ήγκο του, του ζόρικου μηχανόντισκόβιου των 80ς. Μπλέκει σε μπελάδες με μαφιόζους καθώς γίνεται μάρτυρας φόνου χωρίς να το καταλαβαίνει και τρέχα γύρευε. Αυτή την χιλιοπαιγμένη λοιπόν ταινία από αφιερώματα του alter και του star στα λατρεμένα, αλλά πολύπαθα από την σύγχρονη βλακεία και αμνησία 80ς, απολαμβάνουμε όπως και την προαναφερθείσα στο youtube με ένα καλό ξηρό ερυθρό από «Μαραθεύτικο» αυτήν την ιδιαίτερα δυναμική αλλά εξαιρετικά δύσκολη στην λειτουργία της Κυπριακή ποικιλία. Συνδυάζουμε, κάνουμε “pairing” αν θέλετε οι πιο ιντελεκτσουέλ, με ένα πολύ ζουμερό, από παχύ μοσχαρίσιο κιμά (από τα «μπόσκα» ή από το στήθος) αναμεμιγμένο με λίγο πρόβειο για το άρωμα και τη γεύση, αναλογία 8 προς 2) με σάλτσα ντομάτα σβησμένη με κουμανταρία και τηγανητά τσίπς γλυκοπάτάτας. Οι τανίνες αυτής της ιδιότροπης αλλά εξαιρετικού δυναμικού ερυθρής ποικιλίας της Κύπρου θα ανταπεξέλθουν στο λιπαρό του ζουμερού μας μπέργκερ, και θα αφήσουν μια απίστευτη, λίγο μπίτερ βοτανική επίγευση, που σε συνδυασμό με το μέτριο αλλά υψηλό σε αλκοόλ σώμα ,χωρίς όμως να φαίνεται στον ουρανίσκο, και τα αρώματα σκούρων φρούτων, και μωβ άγριων λουλουδιών θα απογειώσουν τις χορευτικές φιγούρες του Ροζ γάτου και τους ελιγμούς του ως υπνοβάτη, δραπετεύοντος με ανακυβίσθηση από το παράθυρο του δωματίου. Κερασάκι στην τούρτα του «ΡΟΖ ΓΑΤΟΥ» η πρώτη εμφάνιση της ολόφρεσκης τότε Βάνα Μπάρμπα σε κάποιες αποκαλυπτικές για την εποχή σκηνές.

Πρωτοποριακά και ιδιαίτερα ευφάνταστα, ήταν τα σενάρια όλων των ταινιών που συμμετείχε τότε ο Σωτήρης Μουστάκας με σκηνοθέτες τους συνήθεις υπόπτους Ερρίκο Θαλασσινό και Όμηρο Ευστρατιάδη. Βέβαια τον «ΡΟΖ ΓΑΤΟ» είχε σκηνοθετήσει ο Γιάννης Χαρτοματζίδης. Προσωπική αγαπημένη όμως ο «ΠΑΡΘΕΝΟΚΥΝΗΓΟΣ» σκηνοθετημένος από τον Όμηρο Ευστρατιάδη και με κάστ, την Εθνική Ελλάδος του 1980: Σωτήρη Μουστάκα, Στάθη Ψάλτη, λατρεμένο αλλά αδικημένο Αντώνη Παπαδόπουλο, Καίτη Φίνου, φρέσκια, κούκλα και δροσερή, ακριβώς στην αρχή της δεκαετίας που έμελλε να γράψουν κινηματογραφική καλτ ιστορία. Εδώ ο Σωτήρης Μουστάκας στο ρόλου του πάμπτωχου ασφαλιστή, υπογράφει για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας Κέρβερος, της οποίας προεδρεύει ο Μάκης Δεμίρης με γλειφιτζούρι και γυαλιά ηλίου όπως πάντα, με τον «ορκιστείτε παρακαλώ» Γιάννη Μιχαλόπουλο την ασφάλεια παρθενιάς της κόρης του Καίτη Φίνου. Αυτή πέτυχε φοιτήτρια στην Αθήνα, και φεύγοντας από την Πάτρα θέλει να ξεδώσει και ρομαντικά, μακριά από την οικογενειακή καταπίεση. Το ιδιαίτερα υψηλό ασφάλιστρο των 15 εκατομμυρίων δραχμών (τόσο κόστιζαν τρία τριάρια διαμερίσματα το 1980) και την παρθενιά της Καιτούλας καλείται να προασπίσει ο Σωτήρης Μουστάκας με βοηθούς τους απένταρους Στάθη Ψάλτη και Αντώνη Παπαδόπουλο συνοικάρηδες του στην αυλή κάποιας φτωχικής συνοικίας της Αθήνας, πριν εξαφανιστούν και οι τελευταίες από την περίφημη αντιπαροχή. Κι εδώ μεταμφιέσεις, ευτράπελα, γκαγκς, σόκινγκ λογοπαίγνια, εμφανίσεις με μαγιό και ηλεκτρονική μουσική καθιστούν την ταινία μια από τις καλύτερες ίσως την πιο αντιπροσωπεύτική, μιας κιτς υποτίθεται εποχής που αναπολούμε όμως όλοι ανεξάρτητα από την υποτιθέμενη εκλεπτυσμένη αισθητική μας. Ερχόμενη λοιπόν από μια εποχή που το πολιτικά ορθό μόνο κωμικό μπορούσε να χαρακτηριστεί, μας ξαναφέρενει αυτό το πηγαίο γέλιο που είχαμε μόνο παιδιά, και αποτελούσε ερμηνευτικό αυτοσκοπό του Σωτήρη Μουστάκα.
Απολαμβάνουμε λοιπόν τις εναγώνιες , φιλότιμες και σπαραξικάρδιες προσπάθειες του Σωτήρη Μουστάκα, του Στάθη Ψάλτη και του αιώνιου Χ2 Αντώνη Παπαδόπουλου να προασπίσουν την τιμή της Καίτης Φίνου από τους επίδοξους καλησπεράκηδες και καμάκια της εποχής, για ένα καλύτερο αύριο, με ένα λευκό ξηρό Altesse από την αντίστοιχη ευγενή λευκή ποικιλία. Το alteese ή αλλιώς roussette η διεθνής βιβλιογραφία το αναφέρει ως λευκή ποικιλία, Γαλλική καλλιεργούμενη κυρίως στην οινική περιοχή του Savoy Γαλλίας. Είναι χαμηλοπαραγωγική ποικιλία αλλά πολύ ανθεκτική στο ωίδιο (μπάστρα), μοιάζει πολύ με την Ουγγρική Ποικιλία “FURMINT” και πολλοί τόποι διεκδικούν την ευγενική της καταγωγή αλλά κυρίως η η Κύπρος. Βέβαια η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει πως η Γαλλική της καταγωγή είναι η πιο πιθανή. Εμείς βέβαια υποστηρίζουμε τις Κυπριακές αξιώσεις. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα που μένει να διευκρινιστεί, και μικρή σημασία έχουν όλα αυτά, μπροστά στα ιδιαίτερα λεπτεπίλεπτα και ευγενή αρώματα της ντελικάτης αυτής λευκής ποικιλίας που καλλιεργείται και πάλι στον τόπο καταγωγής της την Κύπρο. Χρησιμοποιείται δε από τους Γάλλους ως Π.Ο.Π «appellation roussete de Savoie” όπως και ως “rousette du Bougey” όπου επιτρέπεται να αναμιχθεί έως 50% με chardonnay με το οποίο επίσης μοιάζει σαν ποικιλία. Λευκοκίτρινο ανοιχτό πολύ σχεδόν διάφανο κρασί με βουτυράτη γεύση σαν αυτή του chardonnay με καλή οξύτητα καλλιεργημένο στα μεγάλα υψόμετρα των κρασοχωριών της Κύπρου που κυμαίνονται από τα 500 με 600 μέτρα μέχρι και τα 1600, με αρώματα ροδάκινου κυρίως , αχλαδιού, λάιμ, μια μέτρια λιπαρότητα και ένα μέτριο σώμα, ιδανικό για τα δροσερά βράδια της άνοιξης με μια φρουτοσαλάτα, ή ακόμη καλύτερα με μια μακαρονάδα με στρείδια, η λευκά ψάρια ψητά στο κάρβουνο με λαδολέμονο.

Κλείνοντας θέλουμε να αναφέρουμε την συμμετοχή του Σωτήρη Μουστάκα και στο “El Greco” του Γιάννη Σμαραγδή στο ρόλου του μεγάλου Ιταλού Ζωγράφου και μέντορα του Δομήνικου Θεοτοκόπολου , Τιτσιάνο. Επανερχόμενοι στις αγαπημένες μας όμως κωμωδίες τον 80ς θυμίζουμε την περσόνα του ντετέκτιβ Θησέα Δοξαπατρή που με βοηθό του τον αξέχαστο Χ2 Αντώνη Παπαδόπολου και την χυμώδη Βίνα Ασίκη κατατροπώνουν τους εγκληματίες αρχαιοκάπηλους στο ‘Αυτός και το Πουλί του» και τη Νονά με τις υπερφυσικές δυνάμεις μέντιουμ και υπνωτισμού στο «Νονά εναντίον Μαφιόζου» σε κυνηγητά με ταχύπλοα και θαλάσσια σκι υπό τους ήχους του «Μagnetic Fields 2” του Γάλλου πρόδρομου και μαιτρ της ηλεκτρονικής μουσικής Jean Michel Jarre.

Ωρεβουάρ λοιπόν στα “ Champs magnétiques “ μαγνητικά πεδία των ηλεκτρικών και φωσφορούχων 80ς με Ροζ Γάτους να προστατεύουν Παρθένες, κλασσικές αρχαιότητες και καζίνο από τις κακοτοπιές, με κρασιά από την αγαπημένη Κύπρο, πατρίδα του λατρεμένου Σωτήρη Μουστάκα.
Σχολιάστε