Έχουμε λιώσει από τη ζέστη στην κυριολεξία, και ούτε η περίφημη τεχνητή νοημοσύνη έχει απάντηση για τον καύσωνα, την κλιματική αλλαγή, τα ζόρια τα οικονομικά και την εν γένει απαλεψιμότητα. Η ελπίδα είναι το μόνο που μπορούμε να αντιτάξουμε σε όλη αυτή την βάσανο, αλλά μήπως η ελπίδα είναι απλά το δόλωμα, το καρότο κρεμασμένο στην μύτη του γαϊδαράκου για να συνεχίσει να ανεβάζει κρυόκωλους τουρίστες στα καλντερίμια και στις ανηφόρες των ξερονήσων μας. Για ακόμη μια φορά το πήραμε υπέρ του δέοντος βαριά, αλλά αυτοί είμαστε. Και μιλάει και η ζέστη. Οι 40 βαθμοί αυτού του τύπου, του Κελσίου, υπό σκιάν είναι μια κάποια δικαιολογία. Κλεισμένος στο δωμάτιο λοιπόν με το αιρκοντισιονάκι το εννιάρι να αγκομαχάει κόντρα στο λιοπύρι, πετυχαίνω στο youtube ένα βίντεο που αναφέρεται σε ξεχασμένα κινηματογραφικά διαμαντάκια που λατρεύει ο Ταραντίνο για τις κινηματογραφικές τους αρετές και την πρωτοτυπία τους, αλλά για κάποιο λόγο δεν τα είχανε καταφέρει εισπρακτικά στον καιρό τους. Υποψιάζομαι ότι ίσως είχε έρθει σε επαφή με αυτές στα χρόνια που ήταν υπάλληλος στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς, αλλά μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω. Όπως και να έχει το πράγμα η γνώμη του Ταραντίνο για τον κινηματογράφο εν γένει φέρει μια ιδιαίτερη βαρύτητα, ειδικά όταν αφορά την άποψη του για ταινίες «διαμαντάκια», χαμένα στα λήθη, όπως θα έλεγε κάποιος αγράμματος δημοσιογράφος ή τηλεπαρουσιαστής. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι υπάρχει μια φυσική εμπάθεια απέναντι σε φράσεις λάστιχο, που χρησιμοποιούνται από πολυξερόλες επαϊοντες ως πασπαρτού.

Από τις παραπάνω ταινίες, λοιπόν στις οποίες αναφέρεται ο δημιουργός του βίντεο στην ιστορία τους την κινηματογραφική, αλλά και στο γιατί αρέσουν στον μάγο του κινηματογραφικού κολάζ, τον λάτρη της κουλτούρας των μάνγκα, του b movie, των πολεμικών τεχνών, του σπαγγέτι γουέστερν, του ανθρώπου που κατέστησε τις πατούσες τις Ούμα Θέρμαν ποπ αρτ, ξεχώρισα μία πολύ ιδιαίτερη με ψιλοκοινότυπο όμως θέμα. Βέβαια την εποχή που γυρίστηκε το θέμα της δεν ήταν και τόσο κοινότυπο, ούτε οι πρωταγωνιστές της τόσο γνωστοί. Ούτε κανένας βέβαια μπορούσε να φανταστεί ότι ένας από αυτούς θα επηρέαζε την μετέπειτα κινηματογραφική ιστορία, και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης. Μιλάμε φυσικά για το “Fandango” του αινιγματικού αλλά πολυτάλαντου και ιδιαίτερου Kevin Reynolds και φυσικά του πολύ Kevin Costner στα πρώτα του βήματα το σωτήριον έτος 1985 (στην Ελλάδα επανεξελέγεται ο Ανδρέας Παπανδρέου και η «Αλλαγή» είναι κάτι παραπάνω από σύνθημα, ελπίδα ή ασθένεια, αναλόγως με το ποιο καφενείο σύχναζες.)

Ο Kevin Costner παντελώς άγνωστος στο κοινό της εποχής, νεαρός χωρίς καμία φήμη δεν αποτελεί θέλγητρο για το παγκόσμιο κοινό που προτιμάει ταινίες με επώνυμο καστ. Ούτε φυσικά οι λοιποί συμπρωταγωνιστές του. Η μεγάλη εταιρία παραγωγής όμως αρχικά δείχνει να εμπιστεύεται τον νεαρό αλλά καταξιωμένο στην συνείδηση του χώρου σκηνοθέτη Kevin Reynolds τον οποίο πολλοί κινηματογραφόφιλοι αλλά και ειδήμονες της εποχής χαρακτηρίζουν ως τον νέο Stanley Kubrick. Βέβαια αυτό τυγχάνει ανακριβές όσον αφορά την τεχνοτροπία , καθώς ναι μεν ο Reynolds καδράρει εξίσου καλά, και έχει και κάποιες μακρές σεκάνς, αλλά δεν έχει την εμμονή του Kubrick με την φωτογραφία και την υποκριτική πειθαρχία των ηθοποιών, επιτρέπει από όσο μπορώ να αντιληφθώ και τον αυθορμητισμό και έχει έναν πολύ ιδιαίτερο Stop and go ρυθμό. Κι όταν μιλάμε για τον ρυθμό αφήγησης του Reynolds, μιλάμε για τον ρυθμό που πετάει ένα κολίμπρι που μπορεί με αμέτρητα αόρατα πλαταγίσματα των φτερών να αιωρείται μπροστά σ’ ένα λουλούδι, ή να του δίνει μια και να εξαφανίζεται σε κλάσματα δευτερολέπτου. Από καταιγιστικός λοιπόν, μέχρι λεπτομερειακά αργός στις εμφάσεις του ο Reynolds δεν τα κατάφερε με την ιστορία των 5 φίλων που αποφοιτούν από το κολλέγιο πριν δύο απ’ αυτούς επιστρατευτούν για τον πόλεμο του Βιετνάμ σε ένα τελευταίο πριν την ενηλικίωση road trip από το Texas στο Mexico εισπρακτικά. Θέλετε το ανώνυμο καστ, θέλετε η ιδιαιτερότητα ενός ταλαντούχου αλλά νέου σκηνοθέτη, θέλετε το στούντιο που δεν την πίστεψε την ταινία, εμπορικά μπήκε μέσα. Πολύ μέσα. Κατάφερε να πάρει διανομή σ’ ελάχιστες αίθουσες καθώς την σαμποτάρισε με τον τρόπο του το ίδιο το στούντιο παραγωγής, έκανε περίπου 100.000 δολάρια εισπράξεις ενώ ο προϋπολογισμός παραγωγής ξεπερνούσε τα 7.000.000 δολάρια. Αυτή η υπέροχα λοιπόν δοσμένη ιστορία μετάβασης που κάθε άνθρωπος περνά από την ξεγνοιασιά της νιότης στο μαρτύριο του Σίσυφου της ενηλικίωσης, με χιούμορ με χρώμα, με κάδρο , με έναν υπέροχο Kevin Κοstner παραλίγο να αποτελέσει την ταφόπλακα της καριέρας του σκηνοθέτη της. Σήμερα όμως θεωρείται αριστούργημα από τους κριτικούς, τον μέγα Ταραντίνο και έναυσμα και έμπνευση για πολλές ταινίες με θέμα νεανικό roadtrip και μετάβαση από το κολλέγιο στην ζωή.
Συστήνουμε λοιπόν ανεπιφύλακτα το «Fandango» που ξεκινάει με τον ορισμό του τίτλου του, ενός πολύ ζωντανού χορού μεταξύ δύο ανθρώπων με Ισπανική μουσική συνοδευόμενου ρυθμικά από καστανιέτες και ντέφι. Αλλά επίσης σημαίνει και μια εξειδικευμένη περίπλοκη διαδικασία μετάλλαξης ή δραστηριότητα , π.χ. η μεταβολή της κάμπιας σε πεταλούδα. Η ταινία λοιπόν είναι ο φαντεζί, τρελός χορός της διαδικασίας της ωρίμανσης των πέντε φίλων, μέσα από ένα τελευταίο όργιο διασκέδασης , και ένα τρελό ταξίδι αναψυχής πριν έρθει η πραγματικότητα να τραυματίσει την νεανική αθωότητα ανεπανόρθωτα.
Αυτή την ταινία που μόνο κατ’ ευφημισμό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ανάλαφρη, του σκηνοθέτη της σειράς HATFIELDS AND MACKOYS (εδώ ο Κόστνερ δεν ξέχασε τον παλιό του φίλου και του έκανε το ορίστε) με την νεανική δροσιά της αλλά και αυτήν την γλυκόπικρη ψιλοστυφή της επίγευση απολαμβάνουμε με ένα εξαιρετικό ροζέ από την Novus που ακούει στο υπέροχο όνομα “Acquarella”. Αν ήμουν χίππης ή new age φασαίος πολιπολιτισμικός γιόγκα και ψιλοοικολόγος φιλειρηνιστής και είχα κόρη, έτσι θα την έβγαζα, acquarella. Απίστευτο όνομα, φέρνει στο νου χρώματα, πίνακες, ζωγράφους, θηλυκότητα, λεπτεπίλεπτα παλ λουλουδένια αέρινα καλοκαιρινά φορέματα, και κοριτσίστικα γέλια. Δεν θα μπορούσε ο οινοποιός να βρει πιο ταιριαστό όνομα, γι’ αυτό το εξαιρετικά αρωματικό, δροσερό blend από Μοσχοφίλερο, Ασσύρτικο και Syrah.

Και ομολογημένα και το ξέρουμε κι από άλλη φορά ότι δεν πολυσυμπαθώ τα blends, τα χαρμάνια όπως θέλει ο καθένας ας το πει, αλλά μερικά κάνουν την δουλειά. Και φυσικά ένα χαρμάνι πρέπει να εκμεταλλεύεται με την ανάμειξη και την σωστή αναλογία, τα πλεονεκτήματα των ποικιλιών, να διορθώνει κάποιες αδυναμίες τους, με την ανάμειξη και να παρουσιάζει ένα κρασί διαφορετικό, κι αν όχι ανώτερο σίγουρα ποιοτικό εναλλακτικά σε σχέση με τις ποικιλίες προέλευσης. Δεν πρέπει τα blends να είναι «αυτά είχαμε, βάλαμε κι αυτά για συμπλήρωμα, ρίξε κι αυτά γιατί περίσσεψαν». Εδώ η acquarella τα καταφέρνει περίφημα να κρατήσει τον αρωματικό χαρακτήρα του λατρεμένου από τον γράφοντα μοσχοφίλερου, με το τριανταφυλλάκι το Δαμασκηνό, το φρεσκοκομμένο, την φραουλίτσα , ενδεχομένως και το σκούρο βατόμουρο του Συρά, όπως και να δανειστεί οξύτητα, σώμα, στιβαρότητα και μια πολύ υποτυπώδη αλατότητα που κρατάει υπόγεια το ασσύρτικο, σε μια ροζέ έκφανση λίγο πιο σκούρη από το σωμόν που θυμίζει ουρανό του Μονέ μισή ώρα πριν το σούρουπο. Ξέρετε εκείνο το ύπουλο ροζκοραλοπορτοκαλί παλ (που θα έλεγε και η Δέσποινα Μοιραράκη πολύ εύστοχα) του “Vanilla Sky” που αποτρέλανε τον Τομ Kρουζ, σχεδόν σκότωσε την Κάμερον Ντίαζ και επαλήθευσε την αιώνια προδιάθεσή μου να καψουρεύομαι μελαχρινές με παιχνιδίζουσα διάθεση και εξωτική προφορά. (Πενέλοπε Κρουζ) Εδώ όμως αυτό το εξαιρετικό μπλεντ στο χρώμα της απόχρωσης των ουρανών του Μονέ δεν μας σακατεύει , αλλά γιατρεύει τον ψυχισμό μας σε συνδυασμό με τον παιχνιδίζοντα και φαντασιακό, αναμνησιακό θέλετε χαρακτήρα του Fandango. Οι φίλες της στήλης θα ξετρελαθούν καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο «θηλυκά κρασιά» που έχω δοκιμάσει ποτέ, και μου το πρότεινε μια λατρεμένη φίλη, που το ροζέ σε όλες τις εκφάνσεις του, αποτελεί τρόπο ζωής γι’ αυτήν, στην κυριολεξία. Απολαμβάνουμε την λεπτεπίλεπτη, την αρωματική «acquarella» με την ευφάνταστη ετικέτα, με την παλέτα του Reynolds στο νοσταλγικό fandango με παγωμένες φράουλες βουτηγμένες σε ένα γλάσσο από ζάχαρη άχνη, brandy (και το λέω brandy γιατί υπαινίσσομαι το Metaxa 5 stars και κανένα άλλο) σταγόνες λεμονιού και λίγη από την υπέροχη acquarella. Αρκεί για να κολακεύσει αυτό το υπέροχο ροζέ, που πίνεται άνετα καλοκαιράκι βράδυ και μόνο του σε wine bar, σε beach Bar κλπ, συνοδεία ακόμα και με ένα ουδέτερο κριτσίνι.

ΥΓ Θα αναρωτηθεί κάποιος μόνο μια ταινία κι ένα κρασί ξανά; Για να μην κουράζουμε αφ’ ενός και αφ’ ετέρου και δολίως προτείναμε “Vanilla Sky”, προσωπικά αγαπημένη, και την σειρά για binge Hatfields and MacKoys. To Vanilla Sky μπορείτε να το δείτε και με μια εξαιρετική Κυδωνίτσα από το Kτήμα Παλυβού από μόνο ένα αμπελοτόπι (single vineyard βαρβαριστί) με το όνομα «Διάσελο» οινοποιημένη με άγριες ζύμες και όλα εκείνα τα μεθυστικά αρώματα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διακρίνουν αυτήν την αγαπημένη ποικιλία του Μοριά.
Για την σειρά την Γουέστερν με τις βεντέτες για τα αδήλωτα μοσχάρια και τα μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές που τραγουδούσε η Πρωτοψάλτη, πάμε με λίγο πιο δροσερή εποχή, άλλωστε τσόντα μπήκε σ’ αυτό το άρθρο και μια «Καρακάξα» Μαλαγουζιά της Aχαϊκής KAVA KORDAS στο χαρακτηριστικό άσπρο μπουκάλι. Δεν είμαι από τους θιασώτες της Μαλαγουζιάς αλλά αυτή μου άρεσε.
See you to the beaches bitches. Αλλιώς σε μιαν άλλη ζωή που θα είμαστε και οι δύο γάτες ρε Πενέλοπε.
Σχολιάστε