Το φετινό καλοκαίρι που σε δυο μέρες τελειώνει, ξόφλησε για ότι χρωστούσε το περσινό και οι περιπέτειές του, και έδωσε και παραπάνω. Η ζωή βέβαια δεν μας χρωστάει τίποτα. Κάθε καλή ή κακή στιγμή είναι δώρο. Έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Με ευγνωμοσύνη ιδιαίτερη λοιπόν, και πριν ακόμα καν τελειώσει, αναπολώ το φετινό καλοκαίρι. Μου θύμισε στιγμές ξεγνοιασιάς της παιδικής μου ηλικίας. Ξεκίνησα λοιπόν φέτος από νωρίς. Από τις αρχές Ιουνίου, με τα «μπάνια του Λαού». Έτσι άλλωστε τα έλεγαν και οι γνήσιοι, ορθόδοξοι θιασώτες της «Αλλαγής», το 1985. Κι όλοι όσοι με ξέρουν καλά, ξέρουν ότι μετά τα μέσα του Ιούνη, θα με βρουν άκυρα απογεύματα καθημερινής κάπου ανάμεσα στο “favela”, στο “yabanaki” και το “mple”, στον αγαπημένο μου από τα παιδικά μου χρόνια Σταυρό του Νομού Θεσσαλονίκης. Τον σνομπάρουν μερικοί μερικοί συντοπίτες μου, θιασώτες του high life και του πρώτου ποδιού της Χαλκιδικής, αλλά εμάς η ταπεινή μας καταγωγή, δεν μας επιτρέπει ελιτίστικες συνήθειες και Θεσσαλονικιώτικες, ακριβοπληρωμένες ντεμεκοδηθενιές.
Εκεί κάπου μεταξύ φρέντο εξπρέσσιο σκέτου και απαλών Strokes ελεύθερης κολύμβησης, ως ένας μεσήλικας γέρος στο «Γέρος και η Θάλασσα» του Χεμινγουαίυ,

συνήθως ψάχνω με το βλέμμα του Τραβόλτα στο Pulp Fiction, για πορφύρες, καβουράκι ερημίτη, η σκουλήκι κόκκινο της θάλασσας στην άμμο και το βοτσαλάκι της ακροθαλασσιάς. Το δόλωμα μου δηλαδή, για το βραδινό, αποτυχημένο συνήθως,ψαρεματάκι. Καμιά φορά όταν βαριέμαι, απλά ατενίζω σαν χαμένος (Dude where’s my car φάση), το φανταστικό ηλιοβασίλεμα (καλύτερο από της Σαντορίνης) ή τα κάλλη και το «μπραζίλιαν» μαγιό, κάποιας συμπαθούς κυρίας από τις γείτονες βαλκανικές χώρες, που συνηθίζουν να τιμούν τις παραλίες του Στρυμωνικού κόλπου το καλοκαίρι. Αλλά αυτά ανήκουν σε άλλο επεισόδιο. Σήμερα το μενού έχει roadtrip στα Κύθηρα, και συγκεκριμένα το τελευταίο και καλύτερο, το τρίτο. Την εκδοχή του σωτήριου έτους 2025.

Ο φίλος μου ο Σάκης λοιπόν, σ’ αυτά τα Roadtrips τα λίγο πιο μακρινά, είναι ο μόνιμος συναγωνιστής μου. Άλλωστε ήμαστε και παλιοί συμπαίκτες σε ερασιτεχνικές, πρωταθλήματα καφενείων, περιστεράδων, βαφείων και πιτσαριών. Α ξέχασα, παίζαμε και δίδυμο ξερή, σε τετράδες, κόντρα σε Θανάση Σουργκούνη και Στέλιο απ’ την Κομοτηνή στην «Μπλόφα». Αλλά κι αυτό είναι άλλο επεισόδιο. Αφού γιορτάσαμε λοιπόν του Αγίου Παντελεήμονος (τον οποίο ευλαβούμαι ιδιαίτερα γιατί μου έσωσε την ζωή) την 27η Ιουλίου στο εκκλησάκι στη γειτονιά του πατρικού της μαμάς μου, στο περίφημο «Σταλινγκραντ» για όσους ξέρουν από Λαγκαδά και παλαιό κραταιό Σοβιέτ, ξεκινήσαμε ελαφρώς καθυστερημένοι, στις 22.35, το ταξίδι για Κύθηρα. Δεν ξέρω πως το καταφέρνω, για κάποιους περιέργους, ανεξήγητους λόγους, στιγμές της ζωής μου έχουν τίτλο ταινίες. Αυτό είναι είτε μεταφυσικό ή αρχίζω και παρανοώ, και σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να τα πολυσκαλίζει κανείς αυτά.
Ήδη όμως έχουμε καθυστερήσει. Ο Σάκης χρόνια επαγγελματίας οδηγός , έμπειρος, έχει ήδη απολαύσει τον Ελληνικό του, τον διπλό, σε κούπα με έμβλημα του Άρη. Παλιότερα θα πάθαινα αλλεργικό σοκ με τα χρώματα του συμπολίτη, αλλά την τελευταία δεκαετία τους βλέπω σαν ασθενείς, που έχουμε την ίδια αρρώστια. Αυτοί βέβαια την έχουν αρπάξει λίγο πιο βαριά, και χωρίς ελπίδα για κάτι, αλλά τους βλέπω με συμπάθεια, ως ένα βαθμό. Όπως και να έχει σας τα έχω πει για τον Σάκη και στα «Roadtrips των φτωχών: Destination Δράμα, και φωτογραφικά, στο Roadtrip στα Κύθηρα με ένα χιλιαράκι Atos.
Αφού λοιπόν έχουμε φορτώσει όλα μας τα μπαγκάζια και κανά δυο βιβλία για την παραλία και το κελί, ξεκινήσαμε. (Το κελί δεν είναι ούτε συντακτικό, ούτε ορθογραφικό λάθος, θα σας τα εξηγήσω μετά.) Το καράβι από την Νεάπολη Βοείου, το επίνειο της Σπάρτης θα ξεκινούσε στις 9.30 το πρωί για Κύθηρα, που σημαίνει ότι εμείς έπρεπε να είμαστε τουλάχιστον στις 8.45 εκεί μπροστά στα γραφεία της Τriton Ferries, για να κόψουμε εισιτήρια για την επιβίβαση στην «Πορφυρούσα», για εμάς και για το αυτοκίνητο, και να το φορτώσουμε. Για κάποιο λόγο τα καράβια που έχουν ονόματα από προσωνύμια της Παναγίας μας, μου εμπνέουν πάντα μια αίσθηση ασφάλειας, σαν κι αυτή που έχει το παιδάκι που κρατάει το χέρι της μητέρας του. Αγχωμένος ήδη εγώ, γιατί η απόσταση 1000 και πλέον χιλιομέτρων έπρεπε να καλυφθεί σε περίπου 10 ώρες , στις οποίες έπρεπε να γίνουν τουλάχιστον και κάποιες μικρές στάσεις για ξεμούδιασμα, και για να πουδράρουμε τη μύτη μας, όπως ευγενικά αποκαλούσαν δεσποσύνες του παρελθόντος το κατούρημα. Ο Σάκης πιο χαλαρός λόγω ιδιοσυγκρασίας, εμπειρίας, και επειδή όταν θέλει από οδηγός ταξί, γίνεται οδηγός φόρμουλα 1, δεν ανησυχούσε. Να πάρουμε καφέ του λέω, γιατί ήδη νυστάζω. Θα πάρουμε από το δρόμο μου λέει , και κατάλαβα. Πριν την Λάρισα δεν παίζει Αλ Φρέντος. Ξεκινάμε λοιπόν με γοργούς ρυθμούς στο δρόμο. Κάνουμε μια στάση στα Σ.Ε.Α. έξω από την Λαμία. Καφέδες, νερά, επικοινωνία με την φύση που καλεί, επιτόπιο σκίπινγκ για να αιματωθούν τα κάτω άκρα, και ξαναφύγαμε. Επόμενη στάση μετά την Κόρινθο, για πετρέλαιο, σε ένα από τα πολλά Βενζινάδικα της περιοχής μετά τα διυλιστήρια. Ακόμα δεν είχα νυστάξει, αν και το μεσημέρι από την υπερένταση της αναμονής δεν είχα κοιμηθεί.
Φτάνουμε μετά από δρόμο αρκετό και αφού έχουμε εγκαταλείψει την Αθηνών Κορίνθου, και πάρει την Τρίπολης Καλαμάτας έξω από την Σπάρτη, έχοντας περάσει έξω από Νεμέα, Μυκήνες, Άργος, Ναύπλιο που είναι επόμενοι προορισμοί. Εκεί έξω από την Σπάρτη απολαμβάνουμε την μεγαλύτερη σε χρόνο στάση μας μαζί με ένα ακόμη φρέντο εσπρέσσιονάτο και μια τυρόπιτα σφολιάτα, γεμισμένη με Philadelphia. Δεν διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες το σφολιατοκατασκεύασμα, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. (5.15 το πρωί) Τον πιάνει μια ξινίλα, μια ψιλοκαούρα τον Σάκη από την γέμιση του μαλακού τυριού, μια νύστα εμένα, και η αναχώρηση μετά από 20 λεπτά ήταν επιβεβλημένη. Εγώ δεν οδηγούσα, αλλά ως υπεύθυνος συνοδηγός, έπρεπε να μείνω ξύπνιος μέχρι και την Νεάπολη. Τουλάχιστον να μην ροχαλίζω στις στροφές πριν την Ελαφόνησο ρε αδερφέ. Περνάμε Μολάους λοιπόν με κεκτημένη ταχύτητα. Ένα ατελείωτο σε μήκος χωριό, ή έτσι μου φάνηκε μέσα στη νύστα. Στις στροφές πριν την Ελαφόνησο, αρχίζω να προσκυνάω. Το πρωινό έντονο φως του ήλιου να μου βελονιάζει τα μάτια. Τον ψιλοπαίρνω ανά στιγμές για κάτι πεντάλεπτα, και σχεδόν μου πέφτει ο καφές από τα χέρια. Αυτό, γι’ αυτούς που παραπονιούνται ότι αν πιουν καφέ το απόγευμα δεν τους παίρνει ο ύπνος. Τρεις από τις 10.30 το βράδυ, και ο τελευταίος στις 6 το πρωί. Στις 7, τούμπα το βαγόνι όπως λένε και στο Λαγκαδά.
Με τα πολλά και τις τελευταίες στροφές, αντικρίζοντας τις φιδογυριστές παραλίες πριν την Ελαφόνησο και την στροφή προς Μονεμβασιά,

φτάνουμε Νεάπολη Βοείου. Ιδιαίτερα όμορφη και η Νεάπολη αν και οι περισσότεροι την ξέρουν ως την αφετηρία του ferry για τα Κύθηρα. Μία ώρα και μισή περίπου για τα Κύθηρα, με την «Πορφυρούσα» της Triton Ferries. Δύο ώρες βάλε βγάλε και τα ανέβα-κατέβα, δέσε-λύσε. Με την άφιξη στην Νεάπολη αρχίζουν και οι συνειρμοί. Το ταξίδι για τα Κύθηρα λοιπόν έχει αποκτήσει ανά τους αιώνες έναν διαρκή συμβολισμό. Το νόημα του δε, αλλάζει, ανάλογα με αυτόν που το κάνει ή το επιθυμεί. Τα Κύθηρα δε και ως τόπος και ως ονειρικός προορισμός, έχουν υμνηθεί από τις τέχνες και τον κινηματογράφο αρκετές φορές. Η πιο γνωστή στο ευρύ κοινό είναι το : «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου με τον Μάνο Κατράκη και τον Διονύσιο Παπαγιανόπουλο. Οι δύο θρύλοι του Ελληνικού Θεάτρου και κινηματογράφου, αναμετρώνται σε μια ιδιαίτερη σκηνή, που έχει να κάνει με το δράμα του «Εμφυλίου» και την αρρώστια που λέρωσε την σύγχρονη μας ιστορία. “Το πυροβολικό , το πυροβολικό” βοά στα κουρασμένα μου αυτιά η φωνή του Παπαγιαννόπουλου. «Επιβίβαση για τα Κύθηρα» τιτλοφορείται και ένας πίνακας του μεγάλου ζωγράφου του Αντουάν Βαττώ, πληροφορεί ο Δημήτρης Χορν, στο «μια ζωή την έχουμε» τον δεσμοφύλακα Βασίλη Αυλωνίτη. «Ταξίδι στα Κύθηρα» τιτλοφορείται και το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ουράνη.

Ενώ όλες αυτές οι σκέψεις για τον συμβολισμό του ταξιδιού για τα Κύθηρα, για τους Ενετούς που τα λάτρεψαν, για τους πειρατές που ήταν το ορμητήριο τους, για τον Κολοκοτρώνη που με τους συντρόφους του διέφευγε σ’ αυτά, και αναζητούσε χρήματα και στήριξη για τον αγώνα, περνούσαν σαν 35άρι φιλμ από το μυαλό μου, φτάσαμε Νεάπολη. Και φτάσαμε νωρίς 7.55 το πρωί. Άφησα τον Σάκη παρκαρισμένο στην παραλία της Νεάπολης να χαλαρώσει λίγο, να κλείσει κανένα βλέφαρο, και καμιά πενηνταριά μέτρα πιο εκεί, τα γραφεία της Τriton Ferries. Λίγος κόσμος στα γραφεία και χάρηκα γιατί δεν είχαμε κάνει κράτηση. Εσύ είσαι που το λες; Λίγο διήρκησε η χαρά. Στο νησί από την προηγούμενη βδομάδα είχε ξεσπάσει πυρκαγιά και από χθες το βράδυ Κυριακή 27 Ιουλίου υπήρξε αναζωπύρωση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η «Πορφυρούσα» να είναι υπερπλήρης και κλεισμένη από οχήματα της πυροσβεστικής, από ένα τεράστιο επικαθήμενο φορτωμένο με κολώνες για την αποκατάσταση του δικτύου της ΔΕΔΗΕ και δύο τρία μικρότερα κλουβάκια με τεχνικούς των παρόχων τηλεφωνίας και ίντερνετ. Αδύνατον να φορτωθεί το αυτοκίνητο στις 9.30 μου είπαν. Μπορείτε να επιβιβαστείτε εσείς και να ακολουθήσει το αυτοκίνητο με το επόμενο καράβι στις 2.00. Αν είναι δυνατόν είπα, και έσπευσα να κάνω κράτηση για το φέρυ των δύο. Α ρε Σάκη σκέφτηκα, ποτέ δεν προνοείς. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναζωπύρωση της πυρκαγιάς στα Αρωνιάδικα στον δρόμο προς τη Χώρα, ήταν όπως και να το κάνουμε αστάθμητος παράγοντας.
Άφησα λοιπόν τον οδηγό να κοιμηθεί και να ηρεμήσει. Η ώρα ήταν 9. Μέχρι τις 2 είχα πέντε ώρες για να σκοτώσω. Και όλως περιέργως είχα σταματήσει να νυστάζω. Πήρα το «Catcher in the rye” από το σακίδιο ταξιδίων γιατί δεν είμαι νεοταξίτης, αλλά ούτε και φασαίος να το λέω back pack, και ξεκίνησα την βόλτα μου. Παρά το γεγονός ότι ήταν η τρίτη φορά που επισκεπτόμουν την Νεάπολη Βοείου καθ’ οδόν για τα Κύθηρα, πρώτη φορά, είχα χρόνο για να τη δω λίγο καλύτερα. Είναι πραγματικά όμορφο το επίνειο της Σπάρτης. Εξαιρετική πλαζ με λεπτή γκρίζα άμμο και διάφανο νερό ακριβώς μπροστά στ’ αριστερά από την προβλήτα που πιάνει η «Πορφυρούσα». Λιγοστές ομπρέλες στην πανέμορφη αυτή επιμήκη παραλία με κόσμο να κολυμπά στα μονίμως προστατευμένα από τους λιμανοβραχίονες νερά της. Καμία σχέση με παραλίες λιμανιών. Πεντακάθαρη. Γαλανόλευκο εκκλησάκι , άγαλμα του ανώνυμου Έλληνα, ναυτικού, ψαρά όπως θέλετε πάρτε το, με φόντο την αραγμένη «Πορφυρούσα» στα καταγάλανα νερά, τα φωτογραφικά ενσταντανέ για το instagram.


Συνέχισα να περπατάω προς τα αριστερά της πλαζ γιατί πάνω αριστερά είχα δει μια πανέμορφη αλλά καινούρια εκκλησία. Θα περπατήσω σκέφτηκα, θα τη φωτογραφίσω, θα δω και τη θέα από εκεί. Μπουκαλάκι νερό από το ψιλικατζίδικο πάνω στον παραλιακό δρόμο, και διαδοχικά, φωτογραφικές στάσεις. Δύο κλειστά καταστήματα με τις παλαιού τύπου ξύλινες, μπλέ πόρτες τους. Φθαρμένες από τον καιρό, την ύπουλη ψηφιακή εποχή και τον πανδαμάτορα χρόνο. Είδη δώρων , δίσκοι κασέτες η ξύλινη επιγραφή του ενός. Βιβλιοπωλείο , χαρτικά-παιχνίδια το άλλο. Καταδικασμένα να μείνουν απομεινάρια μιας πιο αθώας εποχής, που σταματούσε κανείς να δει το παλιό με θαυμασμό. Αλλά σήμερα ρόλο μόνο στις φωτογραφικές ματαιοδοξίες των χρηστών των σόσιαλ έχουν, και δεν χαίρουν και ιδιαίτερης εκτίμησης μεταξύ αυτών. Μια φωτογραφία με μαγιό το φέρνει πολύ ευκολότερα το πολυπόθητο λάικ. Τι ρόλο άλλωστε να παίξουν τα βιβλία όταν υπάρχουν τα ebooks, και τι πράγμα είναι οι δίσκοι, οι κασέτες και τα «ξένα διάφορα» . Το τελευταίο ήταν θρυλικό bar στην Βαλαωρίτου, αλλά αυτό δεν είναι άλλο επεισόδιο απλώς. Αυτό θα γίνει μίνι σειρά στο ΗΒΟ.


Με το νεράκι μου στο χέρι λοιπόν και παίρνοντας το όλο αριστερά, αλλά χωρίς να με ζορίζει όπως γράφει ο Καβαδίας, (επτά σε παίρνει αριστερά μην το ζορίζεις, μάνα θα πάω στα καράβια κτλ) έφτασα στο σημείο που την λεπτόκοκκη γκρίζα άμμο, διαδέχεται ένα μαυρογκριζωπό βότσαλο, αλλά με απίστευτα καθαρά νερά, που εδώ σκουραίνουν λόγω του φαιόγκριζου χρώματος της πέτρας. Ένα φτυαράκι από αυτά τα παιδικά, πεταμένο και ξεχασμένο στην παραλία. Ο πιτσιρικάς που το ξέχασε, δεν θα γίνει μεγαλοεργολάβος. Μάλλον για μεγαλοεκδότης θα το πάει, ή για βουλευτής ή για απλός μαλάκας. Συνώνυμο του κοινού θνητού. Στη συνέχεια ενώ βάδιζα, σχετικά γοργά, αντίκρισα δύο πινακίδες. Η μία έδειχνε αριστερά και προς τα πάνω, έγραφε αρχαιολογικό μουσείο Νεάπολης Βοείων. Η άλλη έγνεφε λοξώς αριστερά, και οδηγούσε στο σπήλαιο της Καστανιάς. Ενδιαφέροντες αν μη τι άλλο προορισμοί και οι δύο. Δεν είχα όμως χρόνο. Συνέχισα το δρόμο μου για το εκκλησάκι στην ανηφόρα, που μου είχε κάνει τόσο εντύπωση. Ακόμα ένα εγκαταλελειμμένο απολειφάδι του παρελθόντος. Εδώ τα κύματα του χρόνου σιγότρωγαν ένα ξεχασμένο φωτογραφείο. «Φωτογραφικό Κέντρο η Νεάπολη» Φωτογραφήσεις- Βιντεοσκοπήσεις-Γ΄άμοι-Βαπτίσεις, Φιλμ-Φωτ.Μηχανές-Μπαταρίες-Κορνίζες. Καταδικασμένο στην λήθη όπως θα είναι σε μερικά χρόνια και το γραμματοκιβώτιο των ΕΛΤΑ που φιγουράρει κατακίτρινο μπροστά στην πινακίδα με τα χρώματα της “FUJI” . Συνεχίζω σταματώντας ανά 20 μέτρα περίπου και φωτογραφίζω το τελωνείο της Νεάπολης, ένα καλαίσθητο εστιατόριο με θαλασσινά “το Μαϊστράλι» με πολύ καλή κουζίνα και εναλλακτικές γεύσεις να πλαισιώνουν το κλασσικό μενού της καλής ψαροταβέρνας. (το ξέρω γιατί το είχαμε επισκεφτεί σε προγενέστερο ταξίδι τον Νοέμβριο του 2022.) Λίγο πιο κάτω ένα πολύ όμορφο σε κυκλαδίτικο στυλ διακοσμημένο μπαράκι δίπλα στην παραλία με τα ροζοφούξια του ξύλινα κουφώματα και την επιγραφή του με το όνομα “Lune” . Αφήνουμε λοιπόν το γαλλικό φεγγάρι, και συναντούμε δεξιά στην πλευρά της θάλασσας το café bar «Ερείπιο» το οποίο ανοίγει μετά τις 19.30 για καφέ, ποτά κοκτέιλς, παγωτά και βάφλες. Συναντούμε αριστερά το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης Νεάπολης και σε μια τεράστια σκάλα ένα φανταστικό graffiti με πυξίδες , αστρολάβους, άγκυρες, τιμόνια και φάρους βγαλμένα από ένα γαλαζωπό όνειρο, βαμμένο στο θαλασσινό μας dna.




Έχω αρχίσει και ιδρώνω, αλλά επιτέλους συναντώ το αγαπημένο μου φωτογραφικό ενσταντανέ. Ένα παραθαλάσσιο γήπεδο μπάσκετ , με θέα τη θάλασσα και πίσω από την μπασκέτα την “Πορφυρούσα» . Beat that που λέει και ο φίλος μου ο Γιάννης. Αποσβολωμένος το κοιτάω και ονειρεύομαι καλοκαιρινά μονά και διπλά σ’ αυτό, άγνωστο για πόσο χρόνο.

Επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Κοιτάω το ρολόι. Είναι περίπου 10.30, χαλάλι το χασομέρι. Έχουμε πολύ ακόμη. Δίπλα στο «Μαϊστράλι» σ’ ένα καλοδιατηρημένο διατηρητέο τα γραφεία του ναυτιλιακού πρακτορείου “Eξάντας». Πράσινοι ξύλινοι φράχτες, μπλέ βαρέλια και φοίνικες. Θα μπορούσε να είναι και τίτλος σε ταινία του Γκάυ Ρίτσι. Δεν είναι όμως. Παίρνω πια την ανηφόρα για την νεόδμητη εκκλησιά. Από κοντά και όσο ο ήλιος ανεβαίνει για να μεσουρανήσει στις 12 , το εγχείρημα μου να ανεβώ, φαντάζει πιο δύσκολο. Παλιός οδοιπόρος, περιπατητής και αρνητής αυτοκινήτου, τα καταφέρνω. Η θέα με αποζημιώνει. Πανέμορφη η εκκλησία , στα πόδια της ολόκληρη η παραλία και το Λιμάνι της Νεάπολης. Νεοκυκλαδίτικος ο ρυθμός της, αν μου επιτρέπεται αυτός ο νεολογισμός, αλλά δυστυχώς είναι κλειστά. Βγάζω μια δυο φωτογραφίες με τα κίτρινα και πορτοκαλί λουλούδια της, μια στον καθρέφτη του δρόμου καλλιτεχνική και καλά, και παίρνω την κατηφόρα, περνώντας αμέσως μετά έξω από την «Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Λακωνίας».



Έχει πάει 11.30. Εξακολουθώ να μην νυστάζω. Φρέντο εσπρέσσο σε καφέ, για σκιά, δροσερό νερό και κουλουράκι αποτελούν την καθιερωμένη πλέον, αλλά πάντα ασφαλή επιλογή. Τρία ευρώ ο φρέντο εσπρέσσο σε παραλιακό ωραίο καφέ με διακόσμηση βγαλμένη από ταινία του 70, με τον Κωνσταντάρα να παίζει το Ζάχο, τον γινωμένο καρδιοκατακτητή. Ο Φρέντο (ΌΧΙ ΟΜΩΣ Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΤΟΥ ΜΑΙΚΛ ΣΤΟ ΝΟΝΟ) και το κουλουράκι απόλαυση, η τιμή τιμιότατη, το νεράκι το εμφιαλωμένο, είναι μικρό, των 250 ml, αλλά εξίσου τίμιο κι αυτό. Διαβάζω καμιά τριανταριά σελίδες από τον «Πιάστη στη Σίκαλη» και τις βρισιές του εφήβου του Σάλιντζερ, ενώ ακούω παραδίπλα μεσόκοπους συνταξιούχους του δημοσίου να λογομαχούν για ψαρευτικά ανδραγαθήματα, μαγιάτικα τέρατα, γοφάρια με κέρατα και γκοτζιλοκαρχαρίες. Απογοητευμένος που στην διπλανή παρέα των απόμαχων δεν μπορώ να παραδεχτώ ούτε έναν ως γνήσιο θαλασσινό, ακόμα κι εγώ ο παραλίμνιος, ο καμπίσιος, εμβαθύνω στο βιβλίο μου χωρίς να ακούω άλλες σειρήνες.
Ή ώρα έφτασε. Επιβιβαζόμαστε στην Πορφυρούσα. Κόσμος και κοσμάκης. Κυρίως νεαρές παρέες ελλήνων φοιτητών, νεαρών ζευγαριών, και Έλληνες παλιοί μετανάστες που επιστρέφουν στο νησί για διακοπές. Τα τ΄ίμησαν οι Τσιριγώτες τα ξένα , τις ΗΠΑ , την Αυστραλία. Φτωχό το νησί βλέπετε τότε. Το γυπίσιο βλέμμα μου πέφτει σε μια παρέα νεαρών Ιταλίδων που με την δροσιά , την ομορφιά και τον θόρυβό τους, προκαλούν την αδιακρισία όλου του ανδρικού πληθυσμού. Δεν βαριέσαι σκέφτηκα αυτά είναι τα bonus του να ταξιδεύει κανείς με καράβι, το καλοκαίρι. Απολαμβάνω για λίγο τον απόπλου της “Πορφυρούσας’’ τον θαλασσινό αέρα καθώς βγαίνουμε από το λιμάνι της Νεάπολης, και μπαίνω μέσα στο σαλόνι, όπου o κλιματισμός το έχει κάνει χειμώνα. Διαβάζω μερικές σελίδες ακόμα από το βιβλίο μου, αν και τα πιτσιρίκια της διπλανής οικογένειας έχουν κάνει το σαλόνι του πλοίου παιδότοπο. Παρά τον θόρυβο , παρά τον κόσμο και κόντρα στην φυσική μου περιέργεια να παρατηρώ τα πάντα, αποκοιμιέμαι εξαντλημένος. Τι ευλογία σκέφτηκα. Πιάνουμε μετά από 1 ώρα και τρία τέταρτα στον Διακόφτη. Λιμάνι όπου πιάνει η Πορφυρούσα και μία από τις ωραιότερες, πιο εξωτικές παραλίες της Ελλάδος. Καλώς ήλθατε στα Κύθηρα ένα τεράστιο αλλά λιτό graffiti στο λιμενοβραχίονα. Βιαστικός όλος ο κόσμος , επιβάτες , πυροσβέστες, ΔΕΗΤΖΗΔΕΣ, ΚΟΣΜΟΤΕΔΕΣ κλπ για την αποκατάσταση των ζημιών της πυρκαγιάς βιαστικοί κατεβαίνουν. Ντούι ντούι Κοζλοντούι αρχίζει να χτυπάει το κινητό 300 και πλέον ανθρώπων ταυτοχρόνως. Αναζωπύρωση της πυρκαγιάς στα Αρωνιάδικα, μην πάρετε τον δρόμο προς την Χώρα. Καλά σκέφτηκα, από την άλλη μεριά είναι . Εμείς πάμε Αγία Μόνη.

Η Αγία Μόνη είναι ένα παλιό Μοναστήρι των Κυθήρων 5-6 χιλιόμετρα μετά τον Διακόφτη επάνω στην κορυφή του βουνού με θέα στα τρία πελάγη που κυκλώνουν τα Κύθηρα, Αιγαίο, Κρητικό, και Ιόνιο. Η Εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία, «την μόνη των πάντων ελπίδα» γιορτάζει τρεις φορές τον χρόνο. Μία στις 6 Αυγούστου στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος, μία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το Δεκαπενταύγουστο και την Κυριακή των Βαϊων. Χτισμένη περί το 1700 ίσως και παλιότερα, ανακαινισμένη με πινακίδα που υπάρχει στην μετώπη της το 1865, στέκει φρεσκοβαμμένη στο χρώμα της ώχρας καλοσυντηρημένη και αγέρωχη στο ρυθμό της κλασσικής βασιλικής, αλλά με αρχαιολληνικά αρχιτεκτονικά στοιχεία δωρικού ρυθμού. Διαβάζουμε στο εσωτερικό της Μονής που είναι περιτοιχισμένη σαν κάστρο ψηλό μπροστά, και λιγότερο ψηλό πίσω, καθώς από εκεί έχει φυσική οχύρωση τον γκρεμό και την θάλασσα, την επιγραφή με το τάμα του Κολοκοτρώνη.

Εκεί ο Γέρος του Μωριά είχε ζητήσει καταφύγιο όταν πήγε στο Tσιρίγο, να ζητήσει βοήθεια και χρήματα για την επανάσταση. Έκανε και τάμα στην Παναγιά για την απελευθέρωση της πατρίδας. Γύρω από την Εκκλησία χτισμένα κελλάκια στα οποία παλιότερα έμεναν μοναχοί, τώρα φιλοξενούνται οι λιγοστοί μοναχοί που την επανδρώνουν και τον Αύγουστο που γιορτάζει οι «δεκαπεντιστές» . Κάτοικοι του νησιού που κάναν τάμα κάθε χρόνο και ανέβαιναν από την 1η Αυγούστου που ξεκινάει η νηστεία για τον δεκαπενταύγουστο και έμεναν εκεί μέχρι και την γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το τέλος της πανηγύρεώς της. Κάθε χρόνο και λιγότεροι οι «δεκαπεντιστές» μας πληροφορεί ο πατέρας Θαδδαίος, μοναχός και αδερφός του Σάκη, και αγαπητός μου φίλος, που μας φιλοξενεί στην Αγία Μόνη. Πίσω από τον περικαλλή ναό, το ανάγλυφο καμπαναριό του, και ο τάφος κάποιων ιερέων που τον υπηρέτησαν στο παρελθόν. Θέα καταπληκτική στα τρία πελάγη, και στην κοιλάδα κάτω στον δρόμο προς το αεροδρόμιο των Κυθήρων, που απέχει δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο από την Αγία Μόνη. Βρίσκεται μάλιστα αυτό προσκύνημα που αξίζει να το επισκεφτεί κανείς , τόσο ψηλά, που όταν συννεφιάζει , ή πρόκειται να βρέξει ή να κάνει κανά μπουρίνι, βλέπεις το σύννεφο που έρχεται από τα Νοτιοδυτικά να περνάει κυριολεκτικά από την αυλή του Μοναστηριού. Τριγύρω παντού αλεξικέραυνα. Είναι δύσκολα το χειμώνα και οι κεραυνοί πρέπει να αστράφτουν σαν τα κουμπούρια του γέρου του Μωριά, σκέφτομαι στη θέα των αλεξικέραυνων. Μου το επιβεβαιώνει ο πατήρ Θαδδαίος.


Μέσα στο ναό κατανυκτική ατμόσφαιρα, προσκυνούμε την εικόνα της μεταμόρφωσης του Σωτήρος και έπειτα της Παναγίας μας, της Θεοτόκου. Της μόνης Ελπίδας των πάντων. Της Αγίας Μόνης. Εικόνες του Αγίου Μηνά, του Αγίου Παντελεήμονος, του Τιμίου Προδρόμου και των αρχαγγέλων. Στην είσοδο της Μονής μια μικρή έκθεση με εικόνες και σουβενίρ, και εργόχειρα των αδερφών της Μονής. Πριν φύγει κανείς, αξίζει να πάρει για υπενθύμιση της στιγμής, κάποια εικονάκια χαραγμένα με την μέθοδο της θερμοχαρακτικής, που απεικονίζουν παραστάσεις του Ναού, των Κυθήρων, της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας και άλλων προσκυνημάτων των Κυθήρων, γιατί είναι εργόχειρο των αδερφών της Μονής. Ιδιαίτερα καλαίσθητα και όμορφα, και διαφορετικά σίγουρα και ποιοτικά πολύ ανώτερα από τον μέσο όρο των πωλούμενων σουβενίρ παντού στο Νησί που είναι made in China.

Αφού εγκατασταθήκαμε λοιπόν στο κελάκι μας και κάναμε το προσκύνημά μας, ήρθε η αγαπημένη ώρα. Η ώρα του μπάνιου. Παραλία Διακόφτη, απόσταση δεκαπενταλέπτου από την Αγία Μόνη με αυτοκίνητο. Παίρνουμε την κατηφόρα, χαιρετούμε τα αγριοκάτσικα που ακροβολισμένα γύρω γύρω από το βουνό στο οποίο εδράζεται η Αγία Μόνη, την φυλούν και την κοσμούν ταυτόχρονα. Αυτά και οι ζουρίδες, που υπάρχουν όπως έμαθα εδώ στα Κύθηρα, και στην Κρήτη, και είναι κάτι απροσδιόριστο μεταξύ νυφίτσα και ασβού που πολεμούν με τις αδέσποτες γάτες, που φροντίζει στοργικά ο πατέρας Θαδδαίος.


Φτάσαμε Διακόφτι. Η αγαπημένη μου παραλία στα Κύθηρα, στο Πειρατονήσι, στο Τσιρίγο όπως το έλεγαν οι Ενετοί και το αποκαλούν ακόμα οι Τσιριγώτες, οι ντόπιοι Κυθήριοι. Από την αριστερή της πλευρά, όπως την βλέπει κανείς από τον δρόμο, απέραντη παραλία, επιμήκης, με άσπρη, χοντρόκοκκη, θαυμάσια εξωτική άμμο, που θυμίζει κους κους από πλατίνα. Από την δεξιά πλευρά, ένα μικρό beach bar με κόσμο αρκετό, αλλά με περιορισμένο αριθμό ξαπλωστρομπρελών. Τιμές λογικές σε φρέντος , αναψυκτικά, γρανίτες, κοκτέιλς, μπέργκερς , κλπ, αν και το φαγητό στην παραλία με απωθεί. Πολλοί Ιταλοί, κάποιοι Ολλανδοί και μια παρέα πιο ηλικιωμένων Βέλγων, με πολλούς νεαρούς Έλληνες συνθέτουν το σύνολο των συνδαιτημόνων του beach bar. Παίρνουμε καφέ νερό και πάμε από την άλλη πλευρά της παραλίας. Τρεις τέσσερις πολύ καλές ψαροταβέρνες από την πάνω πλευρά του δρόμου, με εξαιρετικό μενού αλλά με τραπέζια επίσης εκεί, συμπληρώνουν το τοπίο. Καμία δεν έχει τραπέζια στο γιαλό , κάτι που κάνει την δεξιά πλευρά του Διακόφτη ακόμα πιο εξωτική και μαγική. Βγάζω γρήγορα το μπλουζάκι, την φτηνοδουλειά που φοράω πάντα στην θάλασσα, με τον Μάουι και τους γιους του, και βουτάω. Μαγεία. Το νερό τυρκουάζ ανοιχτό, σχεδόν διάφανο. Η άμμος κάτω ακόμα και σε βάθος 4 και πλέον μέτρων που έφτασα να λαμποκοπάει με ασημόχρυσες ανταύγειες και κάποιες σποραδικές, κάτασπρες, μεγάλες, γυαλισμένες πέτρες στο βυθό. Ένιωθα πως κολυμπούσα σε ζελέ, αλλά όχι το φρουί της Γιώτης. Αυτό το καλό, το θαλασσί, που μόνο σε όνειρα μετά από καλό κρασί βλέπεις, ή περιέγραφε ο DiCaprio στο the Beach. Τα δύο μποφόρ αεράκι που είχε, ίσα ίσα που ρυτίδιαζαν την φυσικά και τεχνητά προστατευμένη παραλία. Κάτω από τα αρμυρίκια, φυσική σκιά και απλωμένη η πετσέτα και το καφεδάκι. Kολύμπησα καμιά ώρα και παραπάνω χωρίς να την χορταίνω. Ίσως η καλύτερη παραλία που έχω πάει ποτέ, σκέφτηκα με κάποια υπερβολή. Αλλά όχι, δεν υπερέβαλλα καθόλου.


Τα μαζέψαμε. Ντουζ σε ντουζιέρα με νερό ζεστό από τον ήλιο παρακαλώ, στην μέση της παραλίας απέναντι από το beach bar. Ταβέρνα-εστιατόριο με φρέσκα ψάρια , αλλά και μαγειρευτά ακριβώς απέναντι από την αριστερή πλευρά της παραλίας , εκεί που αφήσαμε τις πετσέτες μας. Απολύτως απαραίτητο να δοκιμάσετε τον μαγειρευτό κόκορα, με χοντρό μακαρόνι. Πεντανόστιμος με γλυκασμένο κρεμμύδι , πιπέρι σπυρί, δάφνη και μακαρόνι σχεδόν παστίτσιου, τόσο όσο. Τεράστια μερίδα πασπαλισμένη με ένα κάρο κεφαλοτύρι. Δύο άτομα τα χορταίνει. Μπόνους το ρούφηγμα του χοντρού μακαρονιού που ακούγεται σαν αλαλαγμός των Ορκ στον δρόμο για την Μόρντορ. Τιμή για την ποσότητα λαμβανομένου υπ’ όψη του τουριστικού, του νησιού, τιμιότατη. Ποτήρι λευκό κρασί και ας μην πολυταίριαζε, λόγω του στιφαδένιου του κόκκορα. Επειδή είμαστε διακοπές και είναι κατακαλόκαιρο το κάναμε να ταιριάζει και ήπιαμε Μαλαγουζιά «ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ» του κτήματος Λαφαζάνη από την κοντινή Νεμέα και την μικρή, αλλά ορθά επιλεγμένη, λίστα του εστιατορίου. Αν ήταν βράδυ, ή προς το φθινοπωρινό του καιρού θα ήταν ιδανικό το ταίριαγμα της με ένα ροζέ από αγιωργίτικο (ενδεικτικά και μόνο, αναφέρω το Principessa Rosa από το κτήμαζ Αθανασίου στη Νεμέα) ή ένα πορτοκαλί κρασί (terra Rosa Λήμνος π.χ.) και ας μην τα πολυσυμπαθεί ο φίλος μου ο Θωμάς. Τιμή τιμιότατη και εδώ. Σαλάτες αλοιφές κλπ μεγάλες μερίδες, ωραίο σερβίτσιο, εξαιρετική διακόσμηση, υπέροχη θέα τα συν του καταστήματος.
Την επόμενη μέρα επισκεφτήκαμε για μπάνιο τον Αβλέμονα. Ένα από τα πιο όμορφα ψαροχώρια της Μεσογείου, όπως έχει αναφερθεί στον τουριστικό ελληνικό τύπο. Η πιο φωτογραφημένη παραλία, μετά το Σαρακήνικο της Μήλου, θα πω εγώ. Μικρή πανέμορφη παραλιούλα, περίκλειστη από ψηλά από απόκρημνα βράχια, στενόμακρη, μέχρι που ξανοίγεται στο πέλαγος. Βαθιά διάφανα νερά, θέα, στο ύψος, τα πανέμορφα, άσπρα μπλε κτίσματα του Αβλέμονα, με ψάρια να κολυμπούν δίπλα σου, κόσμο με απλωμένες πετσέτες στα βράχια να αναζητεί καταφύγιο από τον αδυσώπητο ήλιο στις σκιές των μικρών σπηλιών. Μακροβούτια, που επιτρέπει το βάθος της παραλίας που πάει από το 0 στα 2 μέτρα σε ένα βήμα. Στο κέντρο της, κάτω από μια φυκιάδα, και σε βάθος πλέον των τριών μέτρων, κολυμπάει ένα μεγάλος σαργός. Στην αρχή της, πιτσιρικάδες έφηβοι παίζουν γουότερ πόλο ανάμεσα σε δύο φυσικές κοιλότητές της. Δυο μεσογειακής καλλονής νηρήιδες απολαμβάνουν τον ήλιο ξαπλωμένες, ξυπόλητες στα βράχια και εμείς τα κάλλη τους. Δεν μπορώ να την παρομοιάσω με άλλη παραλία οπτικά. Είναι πανέμορφη. Έχει την αίσθηση της κολύμβησης σε φυσική πισίνα. Αλλά με τόσο κόσμο και τόσο θόρυβο που έκαναν οι πιτσιρικάδες επίδοξοι πολίστες, μήπως και τους δουν με άλλο μάτι οι μεσογειακές ημιθεότητες με τα αποκαλυπτικά μαγιό, με ξενέρωσαν. Ανεβήκαμε για καφέ, γιατί ήταν σχετικά νωρίς και δεν πεινούσαμε ακόμα, σε ένα πανέμορφο καφέ μπαρ με θέα όλη την φυσική πισίνα του Αβλέμονα και το ψαροχώρι, που μάλλον είναι τουριστοχώρι πια, σε όλα τα παντρέματα του μπλε και του λευκού. Εθνική Ελλάδος ομορφιάς. Πήρα μια σοκολάτα, παχύρρευστη και γλυκιά όσο πρέπει. Με τόνωσε μετά το κολύμπι. Το μάτι, μου πέρα από καμιά διακοσαριά φωτογραφίες που τράβηξα, ακόμη και αν και ήταν η τρίτη φορά που επισκεπτόμουνα τον Αβλέμονα, έπεσε στα υπέροχα χειροποίητα ξυλόγλυπτα καράβια, που συνέθεταν την ευφάνταστη διακόσμηση του πανέμορφου καφέ. Ψοφάω για τα καραβάκια, τα διακοσμητικά, παντός τύπου.


Στη συνέχεια και αφού πεινάσαμε , πήγαμε στην ταβέρνα του Σωτήρη. Εγγύηση για καλό ψάρι , αλλά διαθέτει και τα κλασσικά κρεατικά της ώρας, ποιοτικότατα και σε λογικές τιμές, για αυτούς που έχουν μικρά παιδιά που ίσως να μην τρώνε ψάρια. Από τον Αβλέμονα γι’ αυτούς που έχουν φάει παρόμοια πετριά με μένα τελευταίως, έχει και δύο τρία καραβάκια που μισθώνονται μαζί με καπετάνιο ή διοργανώνουν εκδρομές αλιευτικού τουρισμού. Μάλιστα μια επιχείρηση στην διαδικτυακή μπροσούρα της, αναφέρει ότι τα αλιεύματα του επίδοξου ψαρά μπορούν να μαγειρευτούν στην ταβέρνα του Σωτήρη, ή ότι προσφέρεται μέσα στο πακέτο κάποιας από τις αλιευτικές τις εκδρομές ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν θυμάμαι καλά. Όσο μεγαλώνω και δυναμώνω, αδυνατίζει η ήδη ασθενής μου μνήμη. Οι τιμές στο Σωτήρη εξαιρετικές σε όλα. Τα πιάτα παραδοσιακά, χορταστικά και καλομαγειρεμένα, χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές για εμφάνιση και εντυπωσιασμούς αλλά νοστιμότατα και με εξαιρετικής ποιότητας πρώτη ύλη. Τιμιότατο μαγαζί, ευγενέστατοι και εργατικοί άνθρωποι. Οικογενειακή επιχείρηση, ιδιαίτερα φιλική ατμόσφαιρα, βγαλμένη από μια πιο παλιά, πιο ρομαντική και πιο καθαρή εποχή. Θέλω αυτός που θα έρθει , να ξαναέρθει και να μας θυμάται ευχάριστα, μας είπε ο κύριος Σωτήρης, ο οποίος είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις με την Αγία Μόνη.
Το βράδυ βγήκαμε στην Αγία Πελαγία , ιδιαίτερα όμορφο λιμάνι και ψαροχώρι. Παραλία επιμήκης με ξαπλώστρες εδώ, και ομπρέλες χόρτινες. Πιο οργανωμένες καταστάσεις από τον Διακόφτι, αλλά μη φανταστείτε άσχημες εικόνες κορεσμού πρώτου ποδιού Χαλκιδικής, Πάρου, Μυκόνου και τρέχα γύρευε. Μαγαζάκια στην παραλία συνεχόμενα καφέ, ταβέρνες κρεπάδικα, ζαχαροπλαστεία. Απολαύσαμε ένα καταπληκτικό σουβλάκι μικρό, αλλά σε πολύ καλή τιμή. Νότιας τεχνοτροπίας το «τυλιχτό» με σως γιαουρτιού και κόκκινη γλυκιά πάπρικα αλλά πεντανόστιμο. Χαιρετήσαμε μια γατούλα που παραφυλούσε σε μια γωνιά για το βραδινό της, και βγάλαμε και την πρέπουσα φωτό. Εν συνεχεία παγωτό Δωδώνη γιατί αυτό βρήκαμε μπροστά μας, και αποτελεί και μια γνώριμη αλλά σταθερή αξία. Θα ήθελα μια φορά να επισκεφτώ την Αγία Πελαγία μέρα και με καλό καιρό. Και την προηγούμενη φορά που είχα έρθει ήταν μεν πρωί αλλά ήταν Νοέμβρης και φυσούσε και έβρεχε. Ειδυλλιακή εικόνα μεν, χειμωνιάτικη δε, και την έχω ήδη ανεβασμένη στο ίνσταγκραμ.
Την επομένη πρωί πριν πάμε για μπάνιο είχαμε ήδη κάνει τα απαραίτητα ψώνια από τον Ποταμό για να μαγειρέψω την περίφημη μου μακαρονάδα με γαρίδες. Το είχα τάξει στον Χρήστο που βοηθάει τον πατέρα Θαδδαίο με τις δουλειές της Μονής και μας είχε φιλέψει λίγες μέρες πιο πριν την καταπληκτική του φακή. Και αυτές τις μέρες ο φόρτος τους ήταν μεγαλύτερος, γιατί φιλοξενούσαν και καμιά εικοσαριά πυροσβέστες που είχαν έρθει από την Πάτρα για να σβήσουν την φωτιά που είχε αναζωπυρωθεί την Δευτέρα, και έπρεπε να μείνουν επιφυλακή τουλάχιστον μέχρι την Παρασκευή. Περάσαμε λοιπόν με τον Σάκη από την καμμένη ρεματιά έξω από τα Αρωνιάδικα στον δρόμο προς την χώρα, και κατευθυνθήκαμε προς το Καψάλι την παραλία της χώρας.

Πανέμορφο το Καψάλι, πιο τουριστικό από όλα τα άλλα μέρη των Κυθήρων, με πολλά εστιατόρια , ταβέρνες στην μεγάλη του παραλία με τον φάρο από την μια πλευρά και το εκκλησάκι από την άλλη, να θέλγουν τον φωτογραφικό μας φακό.

Προτιμήσαμε όμως για μπάνιο το Μελιδώνι. Μια υπέροχη παραλία από την άλλη πλευρά του νησιού, με λίγο δυσκολότερη πρόσβαση αλλά αξίζει να την επισκεφτεί κανείς. Beach bar τύπου καλύβα, με γεννήτρια για να κρατάει παγωμένες τις μπύρες, ξαπλώστρα και ομπρέλα με φοινικόφυλλα και νεότατο κόσμο. Φοιτητές , ακτιβιστές, new age φασαίοι, γιόγκι ακροβάτες και ινστρούκτορες του πιλάτες οι θαμώνες. Κορμιά φιδίσια όλοι. Εδώ θα κάνουμε την διαφορά είπα, θα απλώσουμε την κοιλιά, να δούνε τι εστί γαστρονομία. Αδιάντροπα λοιπόν, απολαύσαμε το μπάνιο μας σε μια στενή παραλία που έμοιαζε με φιορδ αλλά όχι στην Νορβηγία , στην Μεσόγειο. Πιο άγρια ομορφιά εδώ, πιο DiCaprio και The BEACH η κατάσταση, με τον ύμνο των οrbital να αντηχεί στο μυαλό μου. Να ‘μουνα ξανά είκοσι χρονών και να μην έφευγα ποτέ. Κρυφός όρμος το Μελιδώνι λοιπόν, με ένα απίστευτα δυνατό ρεύμα να σε σπρώχνει προς το στόμιό του, κανά χιλιόμετρο πιο έξω και να σε βγάλει σε χρόνο ντε τε Αδριατική. Σίγουρα έβρισκαν καταφύγιο εδώ οι πειρατές που είχαν ορμητήριο τους τις κρυφές παραλίες του νησιού, ακόμη και όταν αυτό είχε περάσει στον έλεγχο των Ενετών, που είχαν χτίσει και το μεγάλο κάστρο στην ακρόπολη στην Χώρα που αξίζει να επισκεφτεί κανείς και να φωτογραφίσει.


Beached λοιπόν στο Μελιδώνι που η απόσταση του, το όχι τόσο εύκολο της πρόσβασης, το κρατάει πιο γήινο, πιο εξωτικό και πιο μυστικιστικό θα έλεγα για τους λάτρεις της θάλασσας και όχι του ξερωγώ.
Το βράδυ βγήκαμε στην χώρα όπου απολαύσαμε στο κρασί μας σε ένα wine bar. Μια νέα προσπάθεια ενός ζευγαριού που μένει μόνιμα στο νησί. Υπέροχα διακοσμημένο το “Altro Mondo” με θέα απέναντι το φωταγωγημένο κάστρο της χώρας, δίπλα στην πιάτσα belvedere. Αναπάντεχα ιδιαίτερα ενημερωμένη λίστα κρασιών , με τις πιο επώνυμες και γνωστές premium ετικέτες του Ελληνικού Αμπελώνα σε ιδιαίτερα καλές τιμές και σε ποτήρι και σε φιάλη, όλες. Ναι ορθά ακούσαμε και επαναλαμβάνω όλες οι ετικέτες. Εντύπωση δε μου έκανε ότι είχε και ετικέτες premium ερυθρών κρασιών από ξινόμαυρα Νάουσας, Αγιωργίτικα Νεμέες, Πλαγιές Μελίτωνα, Παγγαίο κτλ . Τα προτιμάνε οι ξένοι μου είπαν τα παιδιά του μαγαζιού που πίνουν κόκκινα και το καλοκαίρι εν αντιθέσει με τους Έλληνες. Εγώ ήπια ένα μοσχοφίλερο Μαντίνειας, απήλαυσα την δροσιά του, τα τριανταφυλλάκια του, τους λεμονανθούς του και μερικά ωραία κριτσίνια. Οι υπόλοιποι δοκίμασαν και σεβίτσε αλλά όλοι ξέρουν ότι δεν τα πάω καλά με τα ωμά ψάρια όσο και καλά προετοιμασμένα και περιποιημένα να είναι. Το δε ιδιαίτερα μοντέρνο και προσεγμένο διακοσμητικά «Altro Mondo” που σημαίνει άλλος κόσμος πήρε το όνομα του από ένα ρητό των Ενετών που ονόμαζαν τα Κύθηρα Cerigo (από εκεί και το Τσιρίγο και Τσιριγώτες που χρησιμοποιοιούν συχνά πυκνά οι ντόπιοι για το νησί). Συγκεκριμένα το ρητό που είναι τοποθετημένο σε ένα ωραίο διακοσμητικό πλακάκι σε κάθε τραπέζι του μαγαζιού γράφει Un mondo fa un mondo et Cerigo un altro Mondo. Δηλαδή ένας κόσμος κάνει έναν κόσμο και το Τσιρίγο έναν άλλο κόσμο.


Εν συνεχεία προχωρήσαμε προς τα ενδότερα της χώρας όπου γνωρίσαμε την Καλλιόπη και τον σύζυγό της τον Κορνήλιο δύο εξαιρετικά και πρόσχαρα παιδιά, φίλους του πατρός Θαδδαίου. Ο Κορνήλιος λοιπόν που λέτε είναι Ολλανδός που γνώρισε την Καλλιόπη στα Κύθηρα όπου ήρθε για τη δουλειά της. Έχουν μια πανέμορφη οικογένεια, και ο Κορνήλιος που το προσωνύμιο του είναι Kiss όπως το θρυλικό συγκρότημα και το φιλί στα Αγγλικά, είναι μια προσωπικότητα από αυτές που συναντάς στα μυθιστορήματα. Ηλιοκαμμένος, αν και ξανθός, από το ψάρεμα και το ψαροντούφεκο του οποίου είναι λάτρης, μας έδωσε οδηγίες μέσα σε ελάχιστο χρόνο, με εξειδικευμένες περιγραφές για υπέροχες παραλίες, και ψαρότοπους στα Κύθηρα. Και παρόλο που είναι στο νησί από δέκα περίπου χρονών, μιλάει για τα Κύθηρα με την λάμψη στα μάτια αυτού που τα βλέπει για πρώτη φορά και μαγεύεται, και ταυτόχρονα, με το συγκινησιακό βάρος αυτού που δεν γνώρισε πέρα από αυτά, α΄λλη πατρίδα.
Καθίσαμε λοιπόν στο καναπεδάκι, έξω από το παντοπωλείο-υπεραγορά Supermarket που διατηρούν τα παιδιά στο πιο κεντρικό σημείο της Χώρας, δίπλα σε ένα hot νεανικό στέκι, και μας είπαν ότι το Super Market «Tina» όπως λέγεται η επιχείρηση του Κορνήλιου, είναι ανοιχτό και μέχρι και τις 1 το βράδυ και ίσως και λίγο πιο αργά στη διάρκεια της καλοκαιρινής σεζόν. Αφού θαύμασα την εξωτερική διακόσμηση του Super Market Tina που είχε μαξιλάρια κεντημένα με πολύχρωμες γάτες που παρέπεμπαν σε ένα αφρικανικού τύπου ντεκόρ από έξω, καθίσαμε στο φιλόξενο καναπεδάκι του, όπου μπορούσε κανείς να πάρει μια μπύρα, ένα αναψυκτικό, ακόμη και κάτι πιο σκληρό σε αλκοόλ και κάτι να φάει από το μαγαζί, και να ξαποστάσει για λίγο με την παρέα του, σε τιμές σούπερ μάρκετ. Ναι καλά ακούσατε , μπυρίτσα, ποτό, μαλακό, σκληρό αλκοόλ και σνακ σε τιμές σούπερ μάρκετ, στο πιο hot spot της Χώρας. Φωτογράφισα τα μαξιλάρια με τις ψηλόλιγνες γάτες γιατί μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση, αλλά κάπου έχασα την φωτογραφία στο χάος των ψηφιακών μου αρχείων. Επίσης στο πεζούλι, ακριβώς απέναντι από το μαγαζί των παιδιών, μπορούσε να κάτσει κανείς και να θαυμάσει την υπόλοιπη χώρα που εκτεινόταν προς τα κάτω, και ταυτόχρονα την βόλτα της νεολαίας που διασκεδάζει νύχτα, περνώντας από το πιο πολυσύχναστο σοκάκι των Κυθήρων.


Αφού τα είπαμε αναλυτικά με τον Κορνήλιο για το ψαροντούφεκο που τόσο αγαπάει, και κατέκτησε με επιμονή και υπομονή γιατί στην αρχή δεν μπορούσε να τα καταφέρει με την αποσυμπίεση και με τον βόμβο στα αυτιά, αλλά ψαρεύει άνετα μέχρι και τα 9 μέτρα βάθος, και αν δεν κάπνιζε θα ήταν και καλύτερος, και αφού ακούσαμε και για έναν πιτσιρικά που έβγαλε έναν λούτσο τέρας περίπου 4-5 κιλά με pole spear, το νέο μου πάθος, μπήκαμε στο εσωτερικό του μαγαζιού. Μέσα και του πουλιού το γάλα στην κυριολεξία. Σωρεία προϊόντων τοπικών, λαδοπαξίμαδα Κυθήρων από όλους τους τοπικούς παραγωγούς, κρασιά από οινοποιεία γνωστά και άγνωστα της περιοχής, της Πελοποννήσου αλλά και των πιο γνωστών Ελληνικών ετικετών, τυριά ιδιαίτερα , τσιπούρα τοπικό απόσταγμα σαν το τσίπουρο ή τη ρακή, φατουράδα επίσης τοπικό απόσταγμα σαν λικέρ, τουρσιά , αλίπαστα, σάλτσες , τοματοπολτοί, μαρμελάδες ντόπιες, γλυκά του κουταλιού, χαλβάδες ιδιαίτεροι, ότι μπορεί να βρει κανείς σε ένα πολύ εξειδικευμένο ντελικατέσσεν , και πολλά είδη με αναφορά στην Ασιάτικη κουζίνα (μου έκανε εντύπωση αυτό), πλήρες κατάλογο από μπύρες κτλ κτλ. Αυτό που μου έμεινε όμως ήταν η ιδιαίτερη πλευρά του καταστήματος με αναφορά στα ντόπια προϊόντα, που όλοι ξέρουμε πλέον ό,τι είναι το πρώτο πράγμα που θα θέλει ο επισκέπτης να προμηθευτεί.

Φρέσκα λαχανικά με το κιλό από ντόπιους κήπους από ότι κατάλαβα, γιατί είδα κολοκυθοανθό που είχα να δω χρόνια στη λαϊκή του χωριού μου. Διάφορες ετικέτες από το περίφημο μέλι των Κυθήρων που πιστέψτε με όμοιό του δεν έχω δοκιμάσει τόσα χρόνια αν και εδώ πάνω και ο φίλος μου ο Αδάμ έχει εξαιρετικό μέλι. Ελαιόλαδο εξαιρετικό παρθένο του τόπου, αναψυκτικά , φρούτα, ταχίνι. Τα πάντα.


Και όλα αυτά, τακτοποιημένα όμορφα, και μερακλήδικα με την πινελιά και το γούστο της Καλλιόπης όπου έξω στην προθήκη του καταστήματος έχει τοποθετημένα παλιά φωτογραφικά είδη της Kodak, μηχανές, φιλμς κτλ, παλιές κονσέρβες τοματοχυμού και άλλο να σας το λέω άλλο να το βλέπετε. Αξίζει τον κόπο να το επισκεφτεί κανείς για να ψωνίσει γευστικά σουβενίρ από τα ντόπια προϊόντα των Κυθήρων και να γνωρίσει τον Κορνήλιο και να τον ξεζουμίσει για πληροφορίες για τις παραλίες και τους ψαρότοπους του νησιού. Κι αν είστε και πιο σικ και νεολαίοι απολαμβάνετε και ένα Μηλοκλέφτη ή μια Sol στο πεζούλι στο πιο hot σημείο της χώρας σε τιμή σούπερ μάρκετ. Για να το βρείτε γκουγκλάρετε Super Market Tina Χώρα Κυθήρων γιατί στους χάρτες αν το πληκτρολογήσεις δεν το βγάζει. Αν πάτε Κύθηρα να το επισκεφτείτε και να δώσετε χαιρετίσματα κι από εμένα στα παιδιά. Από τους πιο ευχάριστους ανθρώπους που γνώρισα στα Κύθηρα και ας τους είδα για λίγο.


Την επόμενη μέρα το πρωί και μιας και είχαμε πάει στο παρελθόν στο Χαλκό, μια πιο δύσβατη παραλία, που θέλει περπάτημα, νειάτα όρεξη και μια μέτρια φυσική κατάσταση να την επισκεφτείς, ματαιώσαμε την επίσκεψή μας σε αυτήν. Αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε προς τον Αβλέμονα όπου είχα δει ένα κατάστημα που είχε κάτι συγκεκριμένα σουβενιρς που ήθελα να πάρω για τον φίλο μου τον Στέλιο και την αδερφή μου την Δήμητρα που κάνουν μεγάλη υπομονή μαζί μου και με θυμούνται στα ταξίδια τους. Πήγαμε όμως αυτή την φορά σε διαφορετική παραλία. Όχι στην περιτριγυρισμένη από βράχια πισίνα στο κέντρο του χωριού αλλά σε αυτήν που φαίνεται δεξιά βγαίνοντας από τον Αβλέμονα. Η όψη της ερημική χωρίς ξαπλώστρες και στοιβαγμένες ομπρέλες και άλλες αηδίες. Άγρια, επιμήκης και στο βάθος της κατέληγε σε απότομα λευκά βράχια από σχιστόλιθο που μετά από ένα σύντομο διάλειμμά και την δημιουργία μιας μικρότερης πιο κρυφής από το δρόμο παραλίας την διέκοπταν. Βαθιά άγρια θάλασσα ο τίτλος. Γκρίζα, σκουρόχρωμη άμμος, και διάσπαρτα στρογγυλεμένα από τον καιρό σκούρα βότσαλα από αιματίτη, συνέθεταν το ντεκόρ, σε αντίθεση με τα άγρια, σμιλεμένα από τον άνεμο και το κύμα, βράχια από σχιστόλιθο. Ένα μικρό σπίτι, στο όριο της οικοδομικής γραμμής από τον αιγιαλό έκανε εντύπωση στο Σάκη. Πρώτο στο κύμα. Ε ρε και να είχαμε ένα τέτοιο μου είπε. Δεν το ζήλεψα. Μια καλύβα για να κοιμάμαι και χρήματα για να γυρνάω παντού και χρόνο, ζηλεύω μόνο, του είπα. Το πίστευα και το πιστεύω. Το πιο ακριβ΄ό πράγμα σ’ αυτή την ζωή είναι ο χρόνος. Ο χρόνος να κάνει κανείς αυτά που θέλει. Ας επανέλθω όμως. Ψιλοταραγμένη η θάλασσα, δεν είχε την φυσική προστασία της εσώκλειστης πισίνας του Αβλέμονα, βαθιά,άγρια κι αγέρωχη ήταν αυτή, αλλά την χαιρόσουνα. Ψαροπαραλία σκέφτηκα, ανοιχτή στα ρέματα, στο πέλαγος. Βγήκα , έβγαλα καμιά σαρανταριά φωτογραφίες τα αγέρωχα λευκά βράχια να παλεύουν με τα κύματα, και πήγα προς τα εκεί που την είχε πέσει ο Σάκης. Κι εκεί συνάντησα ακόμη μια έκπληξη, γιατί κι αυτές έχουν τον ρόλο τους στα ταξίδια.





Ο Σάκης είχε χωθεί κάτω από τα λάστιχα ενός αυτοκινούμενου τροχόσπιτου μιας οικογένειας Ιταλών. Ο οδηγός, Ιταλός, ηλιοκαμμένος, μελαχρινός, γεροδεμένος και ψηλός, λίγο νεότερος από εμένα, είχε προσπαθήσει να πλησιάσει πολύ την παραλία με το τροχόσπιτο, με αποτέλεσμα να βουλιάξει αυτό στην άμμο. Τον ηλίθιο σκέφτηκα, που πήγε να μπει, και θυμήθηκα κάτι ανάλογο που μας είχε συμβεί με έναν φίλο του πατέρα μου, σε πιο τρυφερή ηλικία. Τον φώναξε ο Ιταλός τον Σάκη, να τον τραβήξει με το ταξί. Φοβήθηκα για τον Σάκη , για το ταξί, και μην καθυστερήσουμε γιατί πεινούσα και βαριόμουν και με είχαν πιάσει “τα δεν είμαι και πολύ καλά μου”. Άσε που έχω χάσει το φιλότιμο μου. Όπως έστρωσε, ας κοιμόταν ο «δεν σπάνω τα μακαρόνια» και πίνω ζεστό μόνο τον εσπρέσσο. Αλλά εκεί που λύγισα, ήταν όταν είδα την καημένη την γυναίκα του και τα δύο του παιδάκια ένα αγόρι και ένα κορίτσι να προσπαθούν με ένα πλαστικό φτυαράκι, σαν αυτό στην αρχή της ιστορίας, να απομακρύνουν την άμμο από τα μπαταρισμένα, μπροστινά λάστιχα του αυτοκινούμενου. Πήρα λοιπόν κι εγώ έναν κουβά, γιατί τον έκοψα για φλώρο τον φίλο μας τον οπαδό της Ρόμα, και δεν θα ‘βγαιναν από εκεί ούτε με την επέτειο του ΟΧΙ. Αρχίσαμε λοιπόν να αφαιρούμε άμμο από τα λάστιχα να σφηνώνουμε μεγάλες πλακέ πέτρες, και ένας παραπέρα φιλότιμος Έλλην μας έφερε δυο καδρόνια, που τον έχουν βγάλει από παρόμοιες στενωπούς, όπως μας είπε. Αφού έκοψε τον ιμάντα που είχε ο Σάκης χωρίς να κουνηθεί πάνω από ένα μέτρο το αυτοκινούμενο, ο ετερόκλητος νέος φίλος μας, έφερε και συρματόσχοινο. Αν δεν σπρώξουμε ταυτόχρονα κι εμείς από μπρος, δεν βγαίνει. Είπα εγώ. Και όχι να το παίξω σπουδαίος, αλλά έχω βουλιάξει με το φορτηγό του πατέρα μου πολύ χειρότερα και σε πολύ πιο τρυφερή ηλικία.
Μια ψυχή που είναι να βγεί, θα βγει σκέφτηκα. Είπα λοιπόν στον νέο μας φίλο, τον οργανωμένο με τα συρματόσχοινα και τα καδρόνια, να σπρώξει κι αυτός και να φωνάξει και τους φίλους του, που έπιναν κάτι μπύρες και μας είχαν σημειωμένους, εμάς, τους Ιταλούς και το υπόλοιπο νησί, ακούγοντας στη διαπασών drum n bass λες και είχαμε 1992. Απόκριση του τσιμπητού με το συρματόσχοινο:¨” Εντάξει μωρέ, να ξέρεις… δεν μπλέκει ο καθένας , και τα παιδιά είναι απασχολημένα… κι έχουν την φάση τους.” Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε θα απαντούσα κι εγώ, αν δεν είχε μπλέξει ο Σάκης που είναι άλλωστε και καλύτερος χριστιανός, και άνθρωπος από μένα. Τέλος πάντων, αρκεί και η υλική βοήθεια, σκέφτηκα. Βγάλαμε τέσσερις πέντε κουβάδες χώμα με την σύζυγο του Ιταλού, που αποδείχτηκε πέντε φορές πιο μάχιμη από αυτόν, και ας μην μιλήσω για το πόσο όμορφη ήταν. Βάλαμε τα καδρόνια κάτω από τα δύο μπροστινά λάστιχα που δίνουν την κίνηση, συντονίσαμε την προσπάθεια με μπρος-πίσω, τράβηγμα και σπρώξιμο ταυτόχρονα, και το βγάλαμε το κάρο από τη λάσπη. Χωρίς εσάς δεν θα τα καταφέρναμε μας είπαν οι Ιταλοί φίλοι μας με ανακούφιση, και εκείνο το γνήσιο χαμόγελο ευγνωμοσύνης. Να σας πληρώσουμε για τον ιμάντα τον σπασμένο. Με τίποτα εμείς. Να σας κεράσουμε μια μπύρα έστω. Την μπύρα την δεχτήκαμε, και μαζί με αυτήν και το πλαστικό φτυαράκι με το οποίο ο πιτσιρικάς γιος τους, και η μαμά και ο μπαμπάς του προσπαθούσαν να βγάλουν τους τροχούς από την άμμο. Απρόσφορη απόπειρα λέγεται στο ποινικό δίκαιο. Ο ορισμός. Αν και ένιωσα ότι κατά 90% η επιτυχία του εγχειρήματος οφειλόταν σε εμένα, άφησα το Σάκη να πάρει ενθύμιο το φτυαράκι. Άλλωστε το δικαιούνταν, γιατί αν δεν φιλοτιμούνταν αρχικά αυτός, εγώ θα ήμουν ήδη στο Σωτήρη στην ταβέρνα, και θα χώνευα τους σκάρους τους τηγανητούς μετά το τρίτο ούζο. Το χαμόγελο όμως των ανθρώπων και του πιτσιρικά τους, που είπε ότι παίζει μπέηζμπολ και ότι δεν του αρέσει το ποδόσφαιρο, αλλά είναι Ρόμα για το χατήρι του μπαμπά, μου έμεινε αγαπημένη καρτ ποστάλ από τα Κύθηρα. Θα ήθελα βέβαια ιδανικά, να είναι Νάπολι και γιος κάποιου υψηλά στην “φαμίλια”, αλλά αν ήμουν τυχερός, θα είχα κερδίσει και το τζόκερ, και θα σας έκανα προσφορε΄ς που δεν θα μπορούσατε να αρνηθείτε.
Την επομένη, κάναμε ένα τελευταίο μπάνιο στο Διακόφτι και το μπλέ του ζελέ με το το λευκό μπισκοτένιο του υπόστρωμα, και πήραμε στις 16.30 την «Πορφυρούσα» για την δωδεκάωρη σχεδόν επιστροφή με μια στάση στο Λουτράκι και την Ιχθυόεσσα για καλαμαράκια τηγανητά χταπόδι και ουζάκι σαν γνήσιοι Λαγκαδιανοί που είμαστε. Ευτυχώς που γλύτωσε την μπιλιά το καζίνο.

ΥΓ1 Φέτος, η τρίτη φορά στα Κύθηρα , ήταν και η καλύτερη, έστω κι αν δεν ψαρέψαμε. Κι ήταν η καλύτερη, γιατί πλέον νιώθαμε γνωστοί, οικείοι, κομμάτια του πανέμορφου και άγριου και σύνθετου του τοπίου και εμείς. Καλύτερη,γιατί γνωρίσαμε πολύ ιδιαίτερους ανθρώπους, τον Κορνήλιο , την Καλιόπη, τους ιδιοκτήτες του Ξενοδοχείου στον Διακόφτή του Golden Resort ,

όπου ήπιαμε τα κοκτέιλς μας και απολαύσαμε εξαιρετική πίτσα σε ένα υπέροχο περιβάλλον, τον κύριο Σωτήρη στον Αβλέμονα, την ιδιοκτήτρια του καταστήματος ειδών δώρων και τέχνης και γκαλερί με το όνομα Zωγραφιές στη Χώρα, και φυσικά τους πυροσβέστες στα διαλείμματα τους από την μάχη με τις φλόγες.
ΥΓ 2 Δεν αναφερθηκα στο προσκύνημα στην Παναγία την Μυρτιδιώτισσα την θαυματουργή που γιορτάζει τώρα στα κοντά στις 24 Σεπτεμβρίου, επειδή φέτος δεν καταφέραμε να πάμε. Αξίζει όμως να πάει κανείς, και να προσκυνήσει στην θαυματουργή εικόνα, που είχε βρεθεί μέσα στις μυρτιές και έχει φυλάξει το νησί των Κυθήρων από μύρια κακά στο παρελθόν, και μεσιτεύσει στις προσευχές άτεκνων γυναικών , ασθενών και πονεμένων, και να δει και τις λαμπάδες σε μέγεθος και βάρος ανθρώπων, και τα κέρινα ομοιώματα βρεφών, τάματα για τεκνοποίηση, και να ακούσει και την ξενάγηση και να φωτογραφήσει και τον ιδιαίτερα όμορφο ναό και το περιβάλλον τοπίο.
ΥΓ 3 Θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον πατέρα Θαδδαίο και τον Χρήστο για την φιλοξενία τους ακόμη μια φορά, και τις προσευχές του πατρός Θαδδαίου, και τις ευλογίες του. Όσοι πάτε Κύθηρα , να επισκεφτείτε την Αγία Μόνη, να θαυμάσετε την ομορφιά του τοπίου αλλά κυρίως να ζητήσετε να τον γνωρίσετε, θα με θυμηθείτε. Μέχρι την επόμενη φορά λοιπόν.


Σχολιάστε