Από την μια λέγαμε να το αποφύγουμε, γιατί ίσως είναι και ιεροσυλία να γράφεις για ήρωες, σε συνδυασμό με τον κινηματογράφο, και ακόμα πιο πρόστυχο να το συνδυάζεις με κρασί. Από την άλλη ο κινηματογράφος είναι η έβδομη από τις καλές τέχνες. Η καλύτερη για μας. Συνδυάζει όλες τις άλλες. Το κρασί όμως είναι ένα προϊόν. Μπορεί για αυτούς που ξημεροβραδιάζονται στα οινοποιεία, στις εκθέσεις , στις γευσιγνωσίες στα αμπέλια και στις κάβες να είναι πολλά παραπάνω. Μπορεί να είναι μια ζωή, μια γενιά, ένα οικογενειακό δέντρο. Αλλά αυτό για το ευρύ κοινό είναι αδιάφορο. Όπως αδιάφορη είναι πλέον και η μουσική, και η φωτογραφία και η τέχνη εν γένει. Σημασία έχει το life style , τα φράγκα, οι μάρκες, οι βόλτες και η ποζεριά.
Θα γίνω ένας δυστυχής, κακός γέρος. Εκείνος ο θείος που τα έγραψε όλα σε κάποιο άγνωστο ίδρυμα για τη διάσωση της αλανιάρας τσιπούρας του Στρυμωνικού και δεν άφησε φράγκο στους κληρονόμους. Όσο και να προσπαθώ , όσο και καλόβολος και με θετική πρόθεση να θέλω να τη δω, δεν μπορώ να συμπαθήσω αυτήν, την νέα γενιά. Αγενείς, ακαλλιέργητοι, ανιστόρητοι και με χείριστα ελληνικά. Ναι παππούδες μου, γι΄αυτά τα κωλοπαίδια χύσατε αίμα και αφήσατε χέρια, πόδια και μυαλά στην Αλβανία, στο Ρούπελ, στην Αντίσταση , στον Εμφύλιο. Στα παπάρια τους όλα. 100 Giga αγώνες, αίματα και μέτωπα να έχουν στο κινητό, και λεφτά για redbull και κιούσπα (άνευ thc μαριχουάνα). Τρίζουν τα κόκκαλα του παππού για το δισέγγονο, και δεν είναι από τα ρευματικά και τα κρυοπαγήματα που του είχαν μείνει παράσημο και κουσούρι μαζί, από το Τεπελένι. Από την κληρονομιά είναι, που οι επίγονοι την σπατάλησαν σε memes με τον συγχωρεμένο τον mr Μπούτια και τους «Αγγλικά ξέρετε; Πείτε μας πως είναι το χάμπουργκερ;»
Δεν πειράζει θα μας πει κάποιος λιγότερο πικρόχολος, πιο mainstream, πιο πολιτικά ορθός και οικογενειάρχης του σήμερα. Δεν πειράζει που το παιδί τρολάρει τον δημοσιοκάφρο και του λέει πως στο Ρούπελ ο Κώστας Πρέκας έπαιζε τον Λεωνίδα από τους 300 και ο Gerard Butler πρωταγωνιστούσε στο υποβρύχιον Παπανικολής. Τα ξέρει κατά βάθος. Μπορεί να μην πρόλαβε το περίπτερο του προπάππου του ανάπηρου πολέμου αλλά αγοράζει vape τσιγάρα από τα νέα ψιλικατζίδικα της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ψωνίζει και φυτιλάκια από γερμανικά μάρκετς για την καντήλα του γέρου του σχωρεμένου που πέθανε κάπου στον Ειρηνικό πολεμώντας Γιαπωνέζους με τον Κανάρη που ήτανε στα Ο.Υ.Κ. Και ναι η παρέλαση η μαθητική είναι κατάλοιπο του εθνικού κράτους και των πολέμων. Δεν έχει ρόλο σε μια πολυπολιτισμική, οικουμενική κοινωνία. Πέθανε τζάμπα ο παππούς από δίψα καθώς αιμορραγούσε μες στα χιόνια. Δεν την βίασαν την γιαγιά τα Ες Ες. Σεξουαλική εξυπηρέτηση έκανε. Τα ήθελε ο πισινός της γιατί πήγαινε στους αντάρτες ψωμί. Τα αδέρφια τους που χάθηκαν σε παιδομαζώματα του εμφυλίου, σε μάχες αδερφικές, σε εκτελέσεις που πήραν πολιτικό χρώμα για να λυθούν κληρονομικές διαφορές, τζάμπα πήγαν. Για το τίποτα. Θεός σχωρέστους. Dust in the wind και ζωή σε λόγου μας όπως έλεγε ο χαρακτήρας που υποδύονταν ο Άλκης Παναγιωτίδης στα «Τέσσερα Μαύρα Κουστούμια».

Εδώ θα έρθουν οι άλλοι, οι πιο φασαίοι , οι λιγότερο παριωτικοί ή πατριδοκάπηλοι όπως το βλέπει και όπως ψηφίζει ο καθένας δηλαδή και θα μας πουν: Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, και για τα γομάρια του κεφαλαίου γίνονται όλα και τις πολυεθνικές, και να πα να γαμηθεί για πόλεμος , εγώ θα πάω στη Ταϊλάνδη να δω αν κυλάνε οι βάρκες και να φάω Ποκ τσόι και Μπάο Μπαν με μπαλάκια καρχαρία. Και όποιος έχει δει την «Λεπτή κόκκινη γραμμή» του Terrence Malick κι ακούσει την πολυνησιακή χορωδία να τραγουδάει εκεί, θα πει ναι ρε αδερφέ, δίκιο έχουν τα παιδιά. Δίκιο έχει ο Τerrence Mallick στο επίσης αντιπολεμικό του αριστούργημα “A Hidden Life” . Να ζήσουμε και να πεθάνουμε ειρηνικά να αγοράζουμε πραγματάκια από κινέζικες πλατφόρμες αγορών, γερμανικά αυτοκίνητα με γιαπωνέζικα ανταλλακτικά και αδελφωμένοι όλοι να ενώσουμε τα χέρια γαϊτανάκι σαν όλα τα παιδιά της γης, που έλεγε και το αναγνωστικό των μπούμερς.

Δεν ήταν τα πράγματα όμως πάντα έτσι. Ούτε σήμερα είναι. Ούτε θα είναι και ποτέ. Το ανθρώπινο γένος έχει την προστυχιά και την λαμογιά μέσα του. Πάντα θα θέλει περισσότερα. Πάντα θα θέλει τα ξένα. Πάντα θα κάνει τα πάντα για να τ’ αποκτήσει .Η ιστορία το έχει δείξει. Αυτή δε η ρουφιάνα, τείνει να επαναλαμβάνεται και να τιμωρεί. Ειδικά αυτούς που την αγνοούν. Δεν θα κάνει καμία χάρη στους φανς των ινφλουένσερς, επειδή νομίζουν ότι ζούμε μετά τον τέταρτο παγκόσμιο πόλεμο, έχουν κερδίσει οι μηχανές, ο Τζόν Κόνορ πέθανε από έμφραγμα, Η Σάρα η μανούλα του, υπέγραψε σύμφωνο συμβίωσης με τον Εξολοθρευτή, και το Μάτριξ είναι πολλά περισσότερο από ένα στρώμα που πουλάνε στο ίντερνετ.
Η Βέμπο ακούγεται από τα ηχεία σε κάντρυ εκτέλεση από τεχνητή νοημοσύνη, να φωνάζει τα παιδιά της Ελλάδος παιδιά ,που για μας πολεμάνε πάνω στα βουνά. Πάνω στα κινητά πολεμάνε, μέχρι να φωνάξει ο γυμναστής και οι μαθητές του ΕΠΑΛ τρεις φορές κάτω από το σπίτι μου το όνομα του σχολειού τους, λες και είναι η Δ΄ Μοίρα καταδρομών. Σκατά, βρώμα δυσωδία και κωλοεποχή. Μυρίζει πόλεμο όπως μύριζε και πριν τον πρώτο και τον δεύτερο Παγκόσμιο, την είσοδο στον οποίον της Ελλάδος, και το έπος του σαράντα τιμούμε επετειακά σήμερα. Κοινωνική ανισότητα σε όλη την Ευρώπη. Εξαφάνιση της μεσαίας τάξεως. Οι πλούσιοι λιγότεροι και πιο πλούσιοι. Οι φτωχοί ακόμα πιο φτωχοί και πολλοί και δύσμοιροι και εξαγριωμένοι. Η φτώχεια φέρνει ρατσισμό. Ο ρατσισμός μίσος. Το μίσος ευκαιρία για πόλεμο. Ο πόλεμος κέρδη και πρόσφυγες, και τούμπαλιν. Όπλα και Μ.Κ.Ο. Guns n Roses με κονόμα. Μα δεν θα πάνε τα κωλόπαιδα να πολεμήσουν. Θα παίζουν war of tanks στα internets. Δεν πειράζει. Θα το κάνουμε με τα super markets, με το ρεύμα, με τα καύσιμα, με το κινητό. Χαμός θα γίνει. Σφαξίματα, μαχαιρώματα πιτσιρικάδων στα σχολεία. Σικάγο γίναμε, αλλά χωρίς ούζι. Με Καλάσνικοφ σιδερογραθιές και δρεπάνια νίντζα. Μεθύστακες, ανήλικοι οδηγοί στον δρόμο σκοτώνουν και αφήνουν, λες και η Λεωφόρος νίκης είναι πίστα του “Gran theft Auto”. Φάρμακα αδοκίμαστα και δοκιμασμένα, βρήκαν έδαφος δοκιμών. Μολυσμένο νερό, αέρας, ψάρια. Από τις τρελές αγελάδες στις συνθετικές. Κλάνουν βλέπεις τα βοοειδή και του βρωμάει του όζοντος και φεύγει. Αυτοί που πέθαναν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν λίγοι. Σήμερα πεθαίνουν πιο πολλοί. Απλά δεν τους μετράμε. Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, όπως είχε πει ένας αρχαίος νταλαβερτζής. Η πολιτική είναι η τέχνη του πειστικού. ‘Πούλα με φτηνά στο ξαναλέω πούλα με για λίγη σιγουριά» που λέγανε και οι Πυξ Λαξ σε μια από τις «τελευταίες τους συναυλίες».

Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει για καθαρό νερό, για λίγο αέρα, μια χούφτα χώμα και μια ντοματιά. Καλή ώρα όπως στο «waterworld» με τον Κέβιν Κόστνερ. Αλλά και αυτό μικρής σημασίας είναι. Κι αν δεν έχουμε πεθάνει βιολογικά, σαν ψυχές, σαν οντότητες έχουμε πεθάνει. Οι άθεοι θα λέγανε, είμαστε εγκεφαλικά νεκροί. Αυτοί υιοθετούν την ιατρική ορολογία. Οι βουδιστές θα πουν βεβαρυμένο το κάρμα μας, μπουκωμένα τα τσάκρα μας και στην άλλη ζωή θα γυρίσουμε ως αμοιβάδες, με βιότοπο τα σκατά της μαύρης κατσαρίδας. Ούτε ζεν, ούτε τσι. Τουμπεκί.
Πάμε όμως και ας μην έχουμε και ιδιαίτερα κέφια, να δούμε κάποιες ταινίες. Και να τις δούνε κυρίως τα πιτσιρίκια για να μάθουν ποιοι ήταν οι προπαππούδες τους. Να γνωρίσουν την καλύτερη, την δημιουργικότερη, την πιο αθώα, την πιο ονειροπόλα την πιο αδικημένη και ρομαντική γενιά της ανθρωπότητας. Παιδιά με ροζιασμένα χέρια από αγροτικές πολυπληθείς, πάμφτωχες οικογένειες που κλήθηκαν να σκοτωθούν με σκουριασμένες ξιφολόγχες και σκωροφαγωμένες χλένες σε ξένα και απόμακρημνα βουνά στα ορεινά της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Τους γέλασαν με εμβατήρια και με τραγούδια και με ιστορίες για ήρωες παλιούς. Από τον Θεμιστοκλή μέχρι την μικρασιατική εκστρατεία πολύ περισσότερο από τα δέκα τσιγάρα, η μερίδα, δρόμος. Και παράτησαν τα χωράφια και τα δικράνια και πιάσανε τα τυφέκια και τις ξιφολόγχες. Και κορόιδο Μουσολίνι και κανένας δεν θα μείνει και κάνανε πράγματα πολλά, και ιερά, και τέρατα και ανδραγαθείες κι εγκλήματα μερικοί. Γιατί ούτε ο πόλεμος , ούτε το έθνος, ούτε η πατριδα ξεπλένει σε μερικές ψυχές το έγκλημα. Γύρισαν πίσω κουτσοί, κουλοί, τυφλοί και κατακρεουργημένοι στην ψυχή. Αυτά που έζησαν στο μέτωπο δεν μας τα είπανε ποτέ. Ούτε στα εγγόνια, ούτε στα παιδιά τους. Ο πόλεμος δεν ήταν γι’ αυτούς επιλογή, ούτε υποχρέωση. Ήτανε ηθικό καθήκον. ‘Ετσι ήταν αναθρεμμένοι. Τους τάιζαν ηρωισμό, πείνα, κουραμάνα και περηφάνια. Και πεθαίνανε και ματώνανε για ιδέες και για ιδανικά. Κι ας μην είχανε ίντερνετ και wiki pedia και «που την κεφαλήν κλίναι».
Ιδανικές προτάσεις γνωριμίας λοιπόν με την γενιά των υπερηρώων προπαππούδων των τσογλανιών του σήμερα είναι:
- Flags of our fathers του Klint Eastwood
- Letters from Iwojima και πάλι του Klint.
- Saving Private Ryan του Spielberg με Tom Hanks, Mat Damon κλπ
- The thin red line του Terrence Malick
- A hidden life του Τerrence Malick
- Hacksaw ridge του Mel Gibson
- Bridge on the river Kwai του David Lean βασισμένη σε νουβέλα του Pierre Boulle με τεράστιο Sir Alec Guiness
- Guns of Navarone του J.Lee Thomson με Gregory Peck , David Niven και τον δικό μας τον Μεξικάνο ΄Ζορμπά τον Άντονυ Κουήν τον Μπαράμπας.

Αφού λοιπόν ρε αστεράτοι βαρεμένοι δεκαπενταροεικοσάρηδες δεν πέσετε σε κανένα χαλασμένο πεζοδρόμιο από την μαύρη και τα ενεργειακά που ρουφάτε σαν τις σαύρες ψαχτείτε και δείτε τα, απλά για την φάση, για να ψήσουμε το γκομενάκι με τον πρόλογο. Μετά την στρατιωτική παρέλαση λοιπόν, έχουμε να θυμηθούμε οι πιο παλιοί, να μάθουμε ένα δυο πράγματα οι νέοι, και να τιμήσουμε μια γενιά, αθώα, καταστροφική και δημιουργική ταυτόχρονα. Μια γενιά που της τα γκρέμισαν όλα, της τα σκότωσαν όλα κι αυτή επέζησε, τα έχτισε και δεν γόγγυξε, δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν έβγαλε κιχ. Γέννησε τα παιδιά των λουλουδιών , τα κακόμαθε. Αυτά κακόμαθαν εμάς, και εμείς οι πιο μαλάκες και πιο άχρηστοι, εσάς. Τους τράπερς, τις ινφλουένσερς, τους κάγκουρες, αυτούς που θα τελειώσουν τον κόσμο και θα το ανεβάσουν στο τικ τοκ.

Δεν προτείνουμε λοιπόν σήμερα, ούτε, κρασί συγκεκριμένο , ούτε μπύρα ούτε ταινία. Ας διαλέξουν μια από τις παραπάνω οι νεαροί κι ας δουν. Μπορεί να τους έρθει καμιά ιδέα για «δημιουργία περιεχομένου». Οι άλλοι θα δούμε λίγο παρέλαση, εδώ στην λατρεμένη , ρομαντική, υγρή και ακόμα ελαφρώς αθώα, επαρχία. Θα καμαρώσουμε την κόρη του ξαδέρφου την διμοιρίτισα με το μίνι. Θα φάμε μια ψιλοωμή σουτζουκάκια με τυροκαφτερή και πάπρικα, στην ταβέρνα που γεμίζει πλέον τρεις φορές τον χρόνο, στας εθνικάς επετείους και στα μνημόσυνα των εχόντων. Θα κοιμηθούμε νωρίς γιατί αύριο είναι καθημερινή, παίζει δουλειά, στριμμένοι προϊστάμενοι και δεν φτάνουν τα ρημάδια ούτε για χαρτί υγείας, από αυτό το γκοφρέ από το καλάθι του νοικοκυριού που ματώνει τις αιμορροϊδες.
Κι όσο για τα σημερινά παιδιά , μπορεί να τα αποπαίρνουμε. Ίσως και να τα αδικούμε. Μάλλον δίκιο έχουμε που δεν τα καταλαβαίνουμε. Είναι κακομαθημένα, είναι παλιόπαιδα, είναι αγενή, και μιλάνε μια ακατανόητη, μικτή γλώσσα που αρχίζει και τελειώνει σε bro. Όσο όμως και να τα αντιπαθώ και να θέλω να τα αποφεύγω. Όσο και να θέλω να τα χαστουκίσω όταν τα συναντώ στο λεωφορείο,… οφείλω ένα,… να τους αναγνωρίσω. Αυτή η κουλή από τρόπους, ευγένεια, παιδεία και καλλιέργεια γενιά, είναι αφοπλιστικά ειλικρινής μες στην νιρβάνα της. Δεν θα πολεμήσει για κανέναν, και για τίποτε. Ούτε για ιδεολογία ούτε για έθνος, ούτε για τέχνη , ούτε για ιστορία. Τα σνομπάρει και τα αγνοεί επιδεικτικά. Μπορεί ο κόσμος αύριο να καεί. Αυτή δεν θα μετέχει. Έχει νίψει τα χέρια της. Ψηφιακά. Θα πει κανείς τα μεγαλύτερα εγκλήματα μπορούν να τελεστούν και διά παραλείψεως. Το αίμα όμως είναι ζήτημα αν λερώνει ή βαραίνει το ίδιο ψηφιακά.
ΥΓ Ελληνικές ταινίες με το έπος του 40 και την αντίσταση δεν προτείναμε εδώ για να μην μας τρολάρουν κι άλλο οι μικροί μας φίλοι και μας κάνουν podcast στο Λούμπεν. Και ρουφάγανε και τραβάγανε σαν τις σαύρες που έλεγε και ο Στέφανος ο Χίος. Αυτός που σε μια λούμπεν κοινωνία μαζί με τους Loopers που παίζουν ΠΑΟΚ, το Luben, τα memes με το «θα σας ειδοποιήσουμε» και τον φίλο μου τον Τάκη, αποτελούν αυτό που θα μπορούσε να αποκαλέσει ο ιστορικός του μέλλοντος κοινωνική συνείδηση του 2025. Όσο για τον ιστορικό του μέλλοντος μάλλον θα είναι το ρομπότ που έστειλε τον Robocop να συλλάβει τον Κώστα Πρέκα στο Ρούπελ, μετά την μάχη με τους Πέρσες στην γέφυρα του Ποταμού Κβάι. Αλλά ρε bro μην ξεχάσεις τον προπάππου που πολέμησε το σαράντα, και ο ίδιος ας επέλεξε να μην μιλήσει ποτέ γι’ αυτό και σε κανέναν. ΑΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!! ΕΠΑΛ !ΕΠΑΛ! ΕΠΑΛ !
ΥΓ 2 Για τον παππού μου τον Φάνη που μιλούσε ελάχιστα, έκανε πολλά, και καταλάβαινε ακόμα περισσότερα. Θα με μάλωνε που αναλώνομαι με φανφαρολογίες και παπαλιάγκες. Για τον παππού μου τον Δημητρό που μιλούσε ακόμα λιγότερο και έλιωνε απ’ τη δουλειά στα χωράφια. Μπορεί και να ντρέπονταν για μένα αν τους έλεγαν για τις βλακείες μου στο καφενείο. Αλλά θα μου ψώνιζαν γκοφρέτες και ζαχαρωτά, και μπορεί και να κρυφοκαμάρωναν που έμαθα δυο κολυβογράμματα παραπάνω από αυτούς, που τους τα στέρησαν η προσφυγιά, οι πόλεμοι κι η ορφάνια. Τα αγαπούσαν οι παππούδες μου τα γράμματα, τους ήρωες την ιστορία, τις ιδέες. Μ’ αυτά γελάστηκαν. Γι’ αυτά πολέμησαν.
Σχολιάστε