ΚΡΑΣΙΑ και ΤΑΙΝΙΕΣ Season 2 vol 4: ΣΤΕΛΛΑ ΚΡΑΤΑΩ ΜΠΟΤΙΛΙΑ

Επιστροφή στην ποιότητα λοιπόν μετά από ενα σύντομο επετειακό και ένα μίνι αφιέρωμα στον κινηματογράφο και τις καταχρήσεις. Βροχερός καιρός σήμερα 4 Νοέμβρη, και η παράδοση θρυλεί ο,τι αν δεν βρέξει Νοέμβρη μήνα και δεν ακουστεί το “November rain” από “Guns ‘n’ Roses”, έρχονται οι εξωγήινοι νωρίτερα και μας κόβουν το ίντερνετ. Βροχερή και συννεφιασμένη και η διάθεσή μας ασορτί με τις αρχές του Νοέμβρη που υπόσχονται χειμώνα. ‘Οσα κεριά και να ανάψουμε, είναι δύσκολο να μείνουν αναμμένα κόντρα στην κρύα βροχή. Έχει δίκιο ο Αxl Rose.

Πάμε λοιπόν για το πρώτο Σαββατοκύριακο του Νοέμβρη με Μιχάλη Κακογιάννη και “Zorba the Greek”. Mας την θύμισε την ταινία ο καιρός σήμερα και η πρώτη της σκηνή, με την καταρρακτώδη βροχή κατά την γνωριμία του Ζορμπά με τον ξενέρωτο βρετανοτραφή συγγραφέα. Δεν έχουν μείνει και πολλά που δεν έχουν ειπωθεί για την ερμηνεία του Άντονυ Κουήν ως Ζορμπά, της Ειρήνης Παππά στο ρόλο της χήρας, της Ρωσσίδας Λίλα Κέντροβα, που πήρε και όσκαρ Β ρόλου, ως Μανταμ Ορτάνς. Αλλά ω Καναβάρο μίο, μακράν ο καλύτερος, και ας έχασε το Όσκαρ λόγω μικρής διάρκειας του ρόλου , μόλις 14 λεπτά ενώ τα Όσκαρ τότε απαιτούσαν 18, ο νεότατος Σωτήρης Μουστάκας στο ρόλου του Μιμυθού, του τρελού του χωριού. Για το σάουντρακ που ντύνει την ταινία περιττεύουν ακόμα περισσότερο τα λόγια. Όλοι έχουμε χορέψει το συρτάκι του Ζορμπά από τον Μίκη Θεοδωράκη. Μουσική που έφτασε να αποτελεί συνώνυμο του Ελληνισμού .

Επαναλαμβανόμαστε επίσης αν αναφερθούμε στο ό,τι η ταινία αποτελεί μεταφορά στην οθόνη του αξεπέραστου βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη, “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”. Αξιοσημείωτη η φωτογραφία του George Lassaly που τον επέλεγε σχεδόν πάντα ο Κακογιάννης για την φωτογραφία των ταινιών του, και βραβεύτηκε επίσης με Όσκαρ για το καδράρισμα του Ζορμπά.

Όλοι βέβαια γνωρίζουν το συγκεκριμένο αριστούργημα. Πολλοί περισσότεροι έχουν χορέψει με την μουσική του Μίκη χωρίς να ξέρουν τα βήματα όπως και ο Άντονυ Κουήν που κατά τον Κακογιάννη δεν τα έμαθε ποτέ και ντουμπλαρίστηκε στη σκηνή του χορού. Ακόμη πιο πολλοί έχουν δει το συγκεκριμένο στιγμιότυπο του χορού που κλείνει και την ταινία. Δυστυχώς ευκτέο είναι ακόμη και σήμερα, λίγο περισσότεροι να διαβάσουν το βιβλίο.

Πλατιάσαμε ομως και ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν είναι μόνο το “Zorba the Greek”.Ο Ελληνοκύπριος αρχικά ηθοποιός, και μετέπειτα σκηνοθέτης της αγγλικής θεατρικής σκηνής διέπρεπε από το 1941 ως το 1951 στη Μεγάλη Βρετανία. Μόλις 22 ετών ήταν διευθυντής της εκπομπής της “Κυπριακής Ώρας” στο BBC. Απόφοιτος νομικής καλή ώρα, δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα που τόσο ποθούσε ο πατέρας του. Αντί της δικηγορίας ασχολείται έντονα με τις δραματικές τέχνες και την σκηνοθεσία στην Μεγάλη Βρεττανία.

Η πρώτη του κινηματογραφική απόπειρα στα ελληνικά αλλά και διεθνή ύδατα είναι το ιδιαίτερα ανάλαφρο και γλυκύτατο, αλλά χρονογραφικό και ηθογραφικό ταυτόχρονα αποτύπωμα μιας χαμένης αθωότητας, το “Κυριακάτικο ξύπνημα” του 1954 .

Την γλύκα και την ομορφιά της ταινίας έρχεται να επιτείνει και να τελειώσει η νεότατη , δροσερότατη, θελκτική, χαμογελαστή και απίστευτα ερωτεύσιμη Λαμπέτη. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κακογιάννης ήταν ερωτευμένος πλατωνικά μαζί της και ας το αποκάλυψε μόνον προσφάτως και ίσως ποτέ στην ίδια. Η ιστορία μας περιστρέφεται γύρω από τα παιχνιδίσματα της μοίρας, της τύχης και του έρωτος, με δύο νεαρούς και πτωχούς κι ένα λαχείο, ένα ηλιόλουστο Κυριακάτικο πρωινό της Αθήνας του 1950. Πολλοί θα θέλαμε να το σημαδέψουμε στο χρονοταξιδιωτικό μας καλεντάρι. Κι όπως κι εμείς , έτσι κι ο Χορν καψουρεύτηκε την Λαμπέτη κι ας ήταν κι οι δυο παντρεμένοι .

Αφήνουμε το “Κυριακάτικο Ξύπνημα” την νεανική αφέλεια, τα χαμόγελα και τα νάζια του πρώτου έρωτα και πάμε σ ‘ αυτά που κυρίως πραγματεύτηκε ο Κακογιάννης στις ταινίες του. 1955 και «Στέλλα». Ταινίες για την ζωή, τον έρωτα και το θάνατο όπως και τα τραγούδια της φεμινίστριας Στέλλας, ενσαρκωμένης από την σπουδαιότερη Ελληνίδα που γεννήθηκε ποτέ, την Μελίνα Μερκούρη. (Την αυτή περιγραφή υιοθετεί και ο Κακογιάννης στους τίτλους της ταινίας) Την γυναικεία παλικαριά λοιπόν υμνεί ο Κακογιάννης και στην «Ηλέκτρα» με τη Ειρήνη Παππά, και στον Ζορμπά με τον ρόλο της χήρας, σε μια εποχή που στην Ελλάδα ο φεμινισμός είναι από ανέκδοτο, μέχρι εξέγερση και επισύρει διαπόμπευση κατ’ ελάχιστον. Και λέμε  κατ’ ελάχιστον γιατί ακόμη και η θανατική ποινή, όταν μια κυρία υπερβεί τα εσκαμμένα, είναι λίγη για τα πρωτόγονα ένστικτα της εξ ορισμού πατριαρχικής ελληνικής κοινωνίας.

Θύματα της γοητείας της Στέλλας, ο Αλεξανδράκης που στον έρωτα παρανοεί, κι ο Φούντας που κρατάει μαχαίρι. Υπέροχη μουσική επένδυση κι εδώ από τον έτερο θεμέλιο λίθο της ελληνικής μουσικής και ορισμό του πνευματικού  ανθρώπου, τον Μάνο Χατζιδάκη. Η αγάπη άλλωστε, ποτέ δεν θα πάψει να είναι δίκοπο μαχαίρι. Πέρα από Μερκούρη, Φούντα και Αλεξανδράκη συμμετέχει και η Βέμπο ως παλιά αφεντικίνα του μπουζουξίδικου. Πλούσιος τεμπέλης ελπιδοφόρος ο Αλεξανδράκης και σέντερ φορ του Ολυμπιακού ο Φούντας, που και στην πραγματικότητα είχε παίξει μπαλίτσα και με περγαμηνές, δεν μπορούν να διαχειριστούν την ανεξαρτησία της σύγχρονης, δυναμικής κι αυτεξούσιας γυναίκας που ενσαρκώνει η Μελίνα.

Από cine.gr – http://www.cine.gr/FilmImages/1383.jpg, Εύλογη χρήση, https://el.wikipedia.org/w/index.php?curid=108983

Ήρθε η ώρα όμως της κύριας πρότασης μας για το πρώτο Σαββατοκύριακο του Νοέμβρη. “Το κορίτσι με τα μαύρα” του Κακογιάννη, με το θλιμμένο βλέμμα της Λαμπέτη να θυμίζει κάθε κλαμμένη κι απελπισμένη ελληνίδα από καταβολής κόσμου. Μαυρίζει κυριολεκτικά η ψυχή μας με λύπη, με οργή, με αγανάκτηση κατά της υποκρισίας της ελληνικής κοινωνίας του τότε, που αν και έχει μεταλλαχθεί και φορέσει το προσωπείο του πολιτικά ορθού, δεν είναι λιγότερο σιχαμερή και σήμερα. Με ένα βλέμμα συμπάθειας, λύπης και αυτοκριτικής ο θεατής, αντικρύζει όλες τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας στο κινηματογραφικό μικροσκόπιο του Κακογιάννη.

Η χήρα, νέα μάνα που υπακούει στις επιθυμίες του αίματός της, είναι το μόνιμο θέμα των “νοικοκυράδων” και των παλικαριών, και η στάμπα και η ντροπή των παιδιών της. Στηλιτεύεται με αυτό το λιτό, αλλά κοφτερό ύφος του Κακογιάννη, που ξεφεύγει από το χρονογραφικό του νεορεαλισμού, και γίνεται κάτι άλλο, με αυστηρά δική του υπογραφή, μια κοινωνία κριτής. Αυτή η διάθεση των αμόρφωτων ανθρώπων να καταδικάσουν τον έρωτα, που δεν ζουν, να διασύρουν και να διαπομπεύσουν το ανυπεράσπιστο γυναικείο φύλο, απεικονίζεται ορθά κοφτά και σε πρώτο πλάνο στο σελιλόιντ, χωρίς φίλτρα και τσιριμόνιες. Η Ελληνική λεβεντιά παραπέμπεται για θρασυδειλία και κακοποίηση των αδυνάμων. Βλέπουμε πως ο ανικανοποίητος πόθος οδηγεί στο έγκλημα και κανείς δεν φεύγει χωρίς δάκρυα ή ενοχές στο τέλος. Άριστη φωτογραφία του Walter Lassaly κι εδώ, που εκμεταλλεύεται όλο το κάλλος των παραμελημένων, νεοκλασσικών αρχοντικών της Αίγινας, τα γραφικά σοκάκια της, το λιμάνι και τις παραλίες της που κάνουν έναν απίστευτο συνδυασμό με το μελαγχολικό βλέμμα της Λαμπέτη και αυτής της μοναδικής χροιάς της φωνής της, με τον πνιγμένο λυγμό να υπαινίσσεται το ξέσπασμα που όμως ποτέ δεν έρχεται. Υπέροχη ταινία, καθαρτική με την έννοια της αρχαίας τραγωδίας και γενναία, σε μια εποχή που μόνο ο Κακογιάννης τολμούσε να αρθρώσει κοινωνική κριτική.

Να μην ξεχάσουμε την Ηλέκτρα από την τριλογία του με τις τραγωδίες των Τημενιδών, και την “Ερόικα” την εξαιρετική μεταφορά του ομωνύμου μυθιστορήματος του Κοσμά Πολίτη με το χρονογράφημα της κοινωνίας της Σμύρνης λίγο πριν την Μικρασιατική καταστροφή που μπορούμε να τη δούμε και στο ΕΡΤΦΛΙΞ.

            Όπως κάθε λογική ψυχή, που μας έχει ψιλοδιαβάσει, αντιλαμβάνεται, οι παραπάνω ταινίες του Κακογιάννη απευθύνονται σε ένα λίγο πιο κινηματογραφόφιλο από το συνηθισμένο κοινό.  Κάθε μία έχει το ύφος της και το στυλ της, παρά το γεγονός ότι πραγματεύονται τις ίδιες αιώνιες έννοιες, αλήθειες της ανθρωπότητας. Ελπίζουμε βέβαια οι συγκεκριμένες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας να έχουν μετριαστεί σήμερα γιατί σίγουρα δεν έχουν ιαθεί. Αυτό δε προκύπτει από το πολύ πρόσφατο αστυνομικό ρεπορτάζ με τις βεντέτες, τις γυναικοκτονίες, και τις κακοποιητικές σε βάρος των αδυνάμων συμπεριφορές.  Λόγω του διαφορετικού περιεχομένου λοιπόν της κάθε ταινίας, στην οποία αναφερθήκαμε, σήμερα θα προτείνουμε και διαφορετικό κρασί.

Το ανάλαφρο και ρομαντικό και ευχάριστο «Κυριακάτικο Ξύπνημα» θα προτείνουμε να συνοδευτεί από έναν Λευκό Ξηρό “ΒΑΒΕΛ”  της ASTIRX ένα καλοφτιαγμένο blend από λευκό μοσχάτο και ασύρτικο. Ιδιαίτερα αρωματικό αντλεί χαρακτήρα και ιδιότητες από τις αρωματικές ποικιλίες που το συναποτελούν με ένα τριαντάφυλλο που ηγεμονεύει με μια δημοκρατικότητα όμως έναντι των υπολοίπων λεμονανθών, της φλούδας μανταρινιού και σανγκουίνι και εκείνων των φρεσκοκομμένων ανοιξιάτικων λουλουδιών της πρωτομαγιάς. Μια ωραία πάστα με σάλτσα λευκών τυριών και λίγο αποξηραμένο βασιλικό νομίζω θα το κολάκευε. Πολύ καλύτερα όμως. θα ζευγάρωνε με ένα καλοψημένο φιλέτο τσιπούρας με λαδολέμονο και πατάτες σωτέ στο air fryer για εμάς που θέλουμε να αρχίσουμε διατροφή.

Το Zorba the Greek καλεί για full catastrophy. Πρέπει να το τιμήσουμε με Κρητικό ερυθρό, κρασί αν και το πραγματικό λιγνητορυχείο βρισκότανε στην Πραστοβά της Μάνης, κι ο Ζορμπάς λεγότανε Γιωργής και όχι Αλέξης. Η ταινία όμως, και το βιβλίο διαδραματίζονται στην Κρήτη. Κάνουμε λοιπόν ένα ωραίο στιφάδο. Λαγό για όσους κυνηγούν, ή μοσχαράκι τάσκεμπαμπ για εμάς τους κοινούς θνητούς, και το τιμούμε με ένα κλασσικό blend Κοτσιφάλι με Μανδηλαριά. Π.Ο.Π. Αρχάνες λοιπόν αμπελώνες από 300 μέχρι 450 μέτρα υψόμετρο. Ορισμός του Μεσογειακού κλίματος, και το χρώμα και οι τανίνες  με την υψηλή οξύτητα της Μανδηλαριάς, θα δώσουν τον απαραίτητο χρωματισμό στην ένταση των αρωμάτων και στο χαρακτήρα, που βγάζει το πιο αδύναμο στο χρώμα αλλά υψηλό στο αλκοόλ, Κοτσιφάλι. Ένταση λοιπόν, πάθος και χαρακτήρας αρχέγονος από τις Αρχάνες στα ορεινά του Νομού Ηρακλείου.

Όσο για το «Κορίτσι με τα Μαύρα» εδώ θέλουμε κάτι να μας γλυκάνει την πίκρα. Πάμε λοιπόν με το «κτήμα Μοντοφώλι» έναν φυσικά γλυκύ, λιαστό οίνο από το Μοντοφώλι λίγο πάνω από την Κάρυστο της Εύβοιας. Μιλάμε για premium κρασί φυσικά, vintage του 2013 με μια απίστευτη πολυπλοκότητα που προέρχεται από ένα blend από ασύρτικο , αθήρι, αηδάνι και θραψαθήρι. Σκούρο μελί χρώμα, με αρώματα, σύκου, σταφίδας, καπνισμένης σοκολάτας καραμέλας και βανίλιας ήπιας, από το ποιοτικό βαρέλι, σε συνδυασμό με μια πολύ καλή οξύτητα, που απαιτεί ένας επιδόρπιος οίνος και μια μακροημερεύουσα επίγευση. Συνδυάζουμε με παστέλι από αιγινίτικο φυστίκι για να τιμήσουμε την Αίγινα που διαδραματίζεται η ταινία, αλλά αποτελεί και μια out of the box, που θα έλεγε και η ανιψιά μου, επιλογή.

Τη Στέλλα θα ήταν κοινότυπο να την προτείνουμε με ρετσίνα Μεσογείων, ή Σαββατιανό Παπαγιαννάκου , η ακόμη και με την ιδιαίτερη εκδοχή της Ρετσίνας με το “Δάκρυ του Πεύκου του Κεχρή» και φαγητό ελληνικής χασαποταβέρνας. Θα γίνουμε αιρετικοί όμως και θα προτείνουμε σαμπάνια. Την καλύτερη και ποιοτικότερη, την πιο ακριβή που αντέχει η τσέπη μας, που θα την συνδυάσουμε από καλαθάκι Νάξου μέχρι φράουλες και φρεσκοχτυπημένη σαντιγύ (πάντα ζωική εννοείται) και χαβιάρι μαύρο από την Κασπία. Γιατί; Γιατί η Μελίνα το άξιζε και το αξίζει. Γι’ αυτό.

Σχολιάστε