«Το πώμα βάφτηκε κόκκινο»

Eίμαστε οκ.  Είμαστε καλά. Μπορεί και απλά να το λέμε, για να είμαστε ή για να γίνουμε. Πιθανότατα το λέμε από συνήθεια, μπορεί και σαν ευχή.  Έβρεχε καταρρακτωδώς  την προηγούμενη εβδομάδα παντού. Το πρώτο δεκαήμερο του Δεκέμβρη έπρεπε να γυριστεί ο «Υδάτινος Κόσμος» με τον Κέβιν Κόστνερ. Οι δρόμοι χείμαρροι , οι λεωφόροι ποταμοί και το Κερατσίνι Οντάριο για να βολτάρουν οι Λύκοι του Κάπταιν Μαρκ και ο Θλιμμένος Μπούφος ο τρισέγγονος του μεγάλου μάγου των 4 μεγάλων Λιμνών.

                Ο αγροτικός κόσμος, αυτός από τον οποίο έλκουμε καταγωγή και dna, εδώ στην επαρχία της Κεντρικής Μακεδονίας, είναι επί ποδός. Είναι σε αναβρασμό. Δεν προετοιμάζεται για να οργώσει μετά την βροχή. Ούτε να δισκοσβαρνίσει. Ούτε να σπείρει.  Έχει εξέλθει με τις τρακτεροκίνητες ταξιαρχίες του σε αεροδρόμια, λιμάνια και σταυροδρόμια διεκδικώντας το δίκιο και τ’ άδικο του. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς.  Κατά τον Αινστάιν όλα είναι σχετικά.

Σίγουρα δεν θα θέλαμε ποτέ να ρίξουμε τον λίθο σε οποιονδήποτε διεκδικεί κάτι καλύτερο για την ζωή του, για την ποιότητά της,για το μέλλον το δικό του και των παιδιών του. Μια ζωή άλλωστε, υποστηρίζουμε τους διαμαρτυρόμενους, τους αδικημένους και τα outsiders. Αμερικάνικη αθλητική ταινία με happy ending είμαστε. Για μας πάντα ο Ρόκυ θα κερδίζει τον Απόλλο, τον Μιστερ Τ , τον Ρώσσο τον κομμουνιστή με τις ντόπες και τις ορμόνες, κόβοντας ξύλα στο βουνό, πιάνοντας κότες από τα πόδια και τραβώντας το κάρο με την Άντριαν, τον Πόλυ, και τον προπονητή από την λάσπη της Σιβηρίας. Στο Ράμπο και πάλι μαζί του είμαστε, στην κόντρα του με τον Σερίφη και το κατεστημένο. Στο “hell or high water” ταυτιζόμαστε για ακόμη μια φορά με τ’ αγροτόπαιδα του Texas και  ληστεύουμε τράπεζες και καίμε τα χαρτιά των δανείων για να σώσουμε τις φάρμες. Τραγουδάμε το “outlaw state of mind” με τον Waylon Jennings που φορτώναμε μπάλες σάλμα μαζί του στο Βαραδά σε ένα σκουριασμένο θαλασσί 1113, και υγραίνονται τα βλέφαρά μας από το δάκρυ όποτε κάνουν σούζα οι Ντιουκς με τον στρατηγό Λη στον αμερικανικό αγροτικό νότο. Just two good ol’ boys in trouble with the law με τον Ρόσκο και το σκυλί του.

Δεν ξέρω όμως. Συμβαίνει κι αυτό κι ας το παρεδεχόμαστε σπάνια. Πρώτη φορά στην τόσο περίεργη διαχρονική κατάσταση του αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος, κάτι ξενίζει, κάτι ξινίζει, κάτι βρωμάει, κάτι ωθεί και τον πιο ρομαντικό αντικομφορμιστή σε  μια απόσταση. Μπορεί το ό,τι αυτοί που φάγαν τα φράγκα τα πολλά, δεν ήταν αγρότες πραγματικοί. Ίσως το ό,τι εκμεταλλεύτηκαν άλλους μωροφιλόδοξους, διψασμένους να πιάσουν την καλή. Ίσως το ό,τι το  τρακτέρ αξίας μισού εκατομμυρίου Ευρώ δεν μπορεί να έχει ρόλο σε μια αγροτική Ελλάδα που έχει να γίνει αναδασμός από το 1930 και η μέση ιδιοκτησία γης δεν ξεπερνά τα 40 στρέμματα. Όσο δε και να γουστάρουμε με την Κρητική λεβεντιά και το νταηλίκι, τη μαγκιά και την βεντέτα. Φτάνει. Μας τα σπάσατε, με τις κατσούνες τα μουστάκια και τα αναποδογυρισμένα περιπολικά. Όλοι στο αγροτικό κίνημα γνωρίζουν  ποιοι μέσα σ’ αυτό έχουν φάει τόσο πολύ που δεν έμεινε για τους άλλους, τους καθαρούς.

Πρέπει λοιπόν ο αγροτικός συνδικαλισμός να κάνει την αυτοκριτική του και την αυτοκάθαρσή του, και μετά να υποδείξει αυτούς που τον οδήγησαν στο μονοπάτι της επιδότησης. Το μονοπάτι του πολέμου ας περιμένει. Δεν είμαστε Ινδιάνοι. Ποτέ δεν ήμασταν. Αδικημένοι μπορεί. Σκληρός ο τόπος και φτωχός ναι. Για το 95% του πληθυσμού που δεν είχε το κουράγιο να φύγει τα τελευταία 50 χρόνια. Η επιδότηση αλλοτριώνει τις αγορές, τις ανάγκες, την ζήτηση. Τα έλεγε ο Άνταμ Σμιθ, ο Ρουσώ, οι αρχαίοι οικονομολόγοι πριν τα golden boys και το think tank της corporate Ευρώπης.  Καλλιέργεια για την παραγωγή, όχι για τα χαρτζηλίκια. Laissez faire laissez passez σε όλα, σε μια αργοπεθαίνουσα Ευρώπη. Μακάρι να σωθεί. Με αυτή συνδέσαμε τη μοίρα μας. Χάρη σ’αυτή καλοζήσαμε , χάρη σ’ αυτή φυτοζωούμε.

                Living “La vida Loca” στα μπλόκα κι έχει χαθεί κάθε ίχνος λογικής λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Μείνε εσύ χωρίς χρήματα Χριστουγεννιάτικα μαλάκα, θα πει κανείς και θα έχει χίλια δίκια, και κακώς μιλάμε.  Πάνω στη παραζάλη της πλημμύρας της πραγματικής, και αυτής του νου, έρχεται στο μυαλό η απίστευτη προφητεία του Χάρρυ Κλύν. Θα γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης.  Δικαιώνεται λίγο πριν το τέλος του 2025 ο Χαράλαμπος Τριανταφυλλίδης καθώς με αυτό το υποτιθέμενο σκάνδαλο και τις αμέτρητες πτυχές του και προεκτάσεις,  τίθεται και οριστικά η ταφόπλακα ενός αιμορραγούντος, πρωτογενούς, αγροτοκτηνοτροφικού τομέα στην Ελλάδα. Μειώθηκε ο αγροτικός πληθυσμός κατά πολύ τις τελευταίες πέντε δεκαετίες και  καλλιεργεί για να επιδοτείται και όχι για να παράγει. Δεν έχει παραγωγή, περιμένει επιδότηση, έχει δάνεια. Δεν έρχεται η αναμενόμενη επιδότηση. Ψαλιδίζεται. Πτώχευση, καταστροφή ζωικού και φυτικού κεφαλαίου, φθορά εξοπλισμού. Φεύγει από το χωριό και γίνεται Μπαρίστα στην Αστυπάλαια το καλοκαίρι και παίχτης του play opap το χειμώνα. Σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο, ένα ψιλικατζήδικο απολάδικο, ένας ΟΠΑΠ , ένα καφέ και ένα φαστ φουντ. Οικονομικό φίδι που τρώει τις σάρκες του. Αρκετά με αυτά όμως και  θα μας την πέσουν σαν τα κανγκάλ, γιατί ο ελληνικός ποιμενικός επιδοτείται και δεν τον ρίχνουμε σε μάχες.

Για να δείξουμε ότι δεν είμαστε νεογιάπηδες και «αστοί». Επειδή στηρίζουμε τον κάθε αγώνα που έχει δίκαια αιτήματα και δεν καπελώνεται από κεχαγιάδες και Χορμόβες και συνδικάλες, πάμε να δούμε ένα old time classic, ελληνικό γουέστερν. Γιατί ό,τι έχει άλογα, είναι γουέστερν, κατά τους  Αμερικάνους γνώστες παραγωγούς του παλιού Χόλυγουντ, και ποιοι είμαστε εμείς, να πούμε κάτι άλλο. Ο καλύτερος Έλληνας σκηνοθέτης κατά την ταπεινότητά μας. Ο καλύτερος της γενιάς του σίγουρα. Ο πιο avant garde , ο πιο καλλιτεχνικός ,  ο πιο καδραρισμένος, ο πιο φωτογράφος από όλους , ο Βασίλης Γεωργιάδης σκηνοθετεί ελληνική άγρια δύση στον Θεσσαλικό κάμπο του 1907 με άλογα, γούνες, αγροτιά και Κούρκουλο. Το 1966 λοιπόν, η απαράμμιλη κλακέτα του Βασίλη Γεωργιάδη με τις μικτές σε μήκη και εναλλακτικά κάδρα σεκάνς, σκηνοθετεί ένα σενάριο του Νίκου Φώσκολου. Κλασσική, Φωσκολική, πομπώδης, ατάκα και υπερβολή , σε μια μεταπολεμική εποχή, που η υπερβολή και ο λαϊκισμός είναι μέρος της καθημερινότητας. Εθνική Ελλάδος υποκριτικής το κάστ, με Μάνο Κατράκη στο ρόλο του γεροτσιφλικά Χορμόβα, Νίκος Κούρκουλος στο ρόλο του άσωτου γιου του (κάτι σαν την κόρη μου την σοσιαλίστρια με την Βουγιουκλάκη αλλά στο πιο βαρύ, το σοβαρό, το αντρίκιο), Γιάννης Βόγλης ο πιο πολιτικά ορθός γιος του τσιφλικά που του άρεσε να απλώνει χέρι στις εργάτριες γης, έτσι, γιατί μπορούσε. Η Μαίρη Χρονοπούλου εκδιωχθείσα συνδικαλισμένη και καλοβαλμένη εργάτρια γης, Φαίδων Γιωργίτσης στο ρόλο του αδερφού της, από ότι μπορεί κάποιος να θυμηθεί, και ο εξαιρετικός Νότης Περγιάλης στο ρόλο του Μαρίνου Αντύπα. (αγωνιστής για τα δικαιώματα των κολίγων για γη και αναδασμό στη Θεσσαλία εκ Κεφαλληνίας ορμώμενος).

Εξαιρετικά καλό το γουέστερν της υπαίθρου της Θεσσαλίας , μια μικρογραφία των μεγάλων πεδιάδων της Βορειοδυτικής Αμερικής όταν είχαν εξεγερθεί οι Λακότα και οι Σεγιέν με τον Καθιστό Ταύρο , τον Κόκκινο Σύννεφο και τον Τρελό Άλογο στο Λιτλ Μπιγκ Χορν,  με τον Κούρκουλο στο ρόλο του «Χορεύοντας με τους Λύκους» και την Χρονοπούλου σ’ αυτόν της διωγμένης ινδιάνας.  Ως ταινιάρα που είναι, πιάνει τον σφυγμό και τον ψυχισμό μιας κατ’ εξοχήν αγροτικής φτωχής Ελλάδος, που διανύει την πρώτη δεκαετία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και προσπαθεί να αστικοποιηθεί έστω και εν μέρει, έστω και αργά και με διαλείμματα. Η μικρή κατακερματισμένη, έως καθόλου, ιδιοκτησία των αγροτών, που αποτελούν τότε το 70 % του πληθυσμού, δεν επαρκεί για να ζήσουν τις οικογένειές τους.  Το αίτημα για περαιτέρω αναδασμό, που ποτέ δεν έγινε εξ΄ ολοκλήρου στον πολύπαθο τόπο μας, είναι ακόμα ζωντανό, όπως διατυπώνεται και στο ιστορικό περιβάλλον της ταινίας από τον Μαρίνο Αντύπα. Και σήμερα υπάρχει αίτημα αναδασμού αλλά για άλλους λόγους, για λόγους ΚΑΕΚ και ΑΤΑΚ.  Όπως είπε και κάποιος Θεσσαλός φίλος πρόσφατα σ’ ερώτημα για τα μπλόκα στον «κάμπο», θα στενάξουν οι καντίνες, οι ρετσίνες και οι ιερόδουλες. Θα πω κι οι επαγγελματίες οδηγοί φορτηγών, αλλά αυτοί πάνε με την υπομονή, γιατί ο δρόμος ξέρει καλύτερα. Τα πράγματα όμως ποτέ δεν ήταν τόσο επικίνδυνα. Ας αφήσουμε την ανατροπή των περιπολικών με τα σιδερένια αγροτοκτηνοτροφικά μας μπράτσα και ας δούμε έστω και στο κινητό μας , στη σιγαλιά της Δεκεμβριανής νύχτας με το μπρος μισό να καίγεται από την φωτιά του βαρελιού, και το πίσω να παγώνει από το αγιάζι της νύχτας στον κάμπο, το «το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο». Και ας βαφτεί κόκκινο, μόνο το πώμα τη φιάλης του κρασιού, που θα μας συνοδέψει αυτήν την κρύα, αγωνιστική νύχτα. Από χώματα κόκκινα χορτάσαμε. Φτάνει. Αυτά μας έφαγαν.

Κερδίζει λοιπόν αυτό, το δυνατό σ’ εξωτερικές σκηνές, γουέστερν της ελληνικής αγροτιάς του Γεωργιάδη, με την Σοφοκλιακή, τραγική, πομπώδη και στομφώδη ατάκα του, «Χελήνη αγαπάει Αλέκχη», Νίκου φώσκολου, την υποψηφιότητα για όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1966, και κόβει 588.101 εισιτήρια. Οδυσσέας Χορμόβας, παλικαράς και ομορφάντρας, Κούρκουλος σ’ ένα συνδυασμό της παραβολής του ασώτου υιού, με την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη, αλλά χωρίς Πηνελόπη. Η μονομαχία στο καταμεσήμερο δεν γίνεται με τους μνηστήρες, αλλά με τον αδερφό του Ρήγα (βασιλικό όνομα καθαρόαιμα Φωσκολικό), στους βράχους των Μετεώρων για την τιμή της απροστάτευτης, πλην τίμιας κολίγα Χρονοπούλου και των εκδιωχθέντων συνοδοιπόρων της. Στο τέλος, γιατί μας αρέσει να κάνουμε σποϊλεριές (αλλά και επειδή σχεδόν όλοι την έχουν ψιλοδεί) κερδίζουν οι καλοί , οι φτωχοί και δίκαιοι όπως από ανέκαθεν συνέβαινε στην γη της Ελιάς ή όπως αλλιώς την αποκαλούν οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ, το μόνο αγνό και απείραχτο κομμάτι της φθίνουσας κοινωνίας μας.

Ο Γεωργιάδης με την τεχνική του και τα πλάνα του καταφέρνει να υπερκεράσει την σεναριακή, πομπώδη ατάκα του Νίκου Φώσκολου, που τείνει να παίρνει επικές διαστάσεις, αλλά κακά τα ψέμματα, κι εμείς κι εσείς, κρυφά γουστάραμε τον «Ευλογητό».  Το δε καστ, όπως το είπα, λίγο καλύτερο από την Εθνική Ελλάδος υποκριτικής, Κωνσταντέλιας , Τάισον, Ζίφκοβιτς ένα πράμα, με τους ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ να στηρίζουν τα μπλόκα για να μπορέσουν να περάσουν για το ματς. «Αγρότη πεινάς κι έτσι και έτσι το Πόρτο Λεόνε.» Ο καθένας τον καημό του και δεν μας πέφτει και λόγος. Τα κινήματα και τα συνθήματα όταν ενώνονται προκύπτει ιστορία.

Γι’ αυτήν την ταινία λοιπόν που έχει μια ποιότητα οσκαρική, που είναι γουέστερν ελληνικό, που έχει μια διαχρονικότητα στα αιτήματα, μια αστική κάμερα του Γεωργιάδη, ένα λαϊκό συναίσθημα του Φώσκολου και έλκει καταβολές από τον Όμηρο και την Καινή Διαθήκη, θα ανοίξουμε μια Ρετσίνα. Το πιο αδικημένο , το πιο υποτιμημένο , το πιο λαϊκό και ταυτόχρονα το πιο ελληνικό κρασί. Σαν τον κακομοίρη τον γνήσιο Έλληνα κτηνοτρόφο, που δεν του δίνουν όλη την επιδότηση λόγω ποσόστωσης, που εξήντλησαν απατεώνες επιτήδειοι. Ή τον καημένο τον μικροκαλλιεργητή που του στερούν την εκτατική ή την «πράσινη»,  γιατί βρέθηκε κάποιος μάγκας να τα δηλώσει από «απόσταση» και να βρεθούν διπλοδηλωμένα. Ή ακόμη και γιατί καλλιέργησε μισθωμένη γη (όπως η πλειονότητα της καλλιεργητικής γης) από κληρονόμους τέταρτης γενιάς που δεν έχουν κάνει αποδοχή κληρονομίας λόγω του δυσανάλογου του συμβολαιογραφικού κόστους με την αξία της.  Πάρε το αυγό και κούρευτο και αναδάσωσέ το, Μάνο Κατράκη, Μαρίνο Αντύπα και Οδυσσέα Χορμόβα. Ρετσίνα λοιπόν , το αμμιγώς Ελληνικό κρασί που παίρνει το άρωμα της από το ρετσίνι του Ελληνικού πεύκου, που μαζί με την ελιά, την θάλασσα και τα βράχια στοιχειώνουν τον Έλληνα αγρότη και το τοπίο δράσεώς του.

Πάμε λοιπόν στην ρετσίνα από Σαββατιανό του κτήματος Παπαγιαννάκου από το Μαρκόπουλο της Αττικής. Άλλωστε το Σαββατιανό του Παπαγιαννάκου , και τα «Παλαιά Κλήματα», και το «Vientzi” single vineyard» το έχουμε υμνήσει και άλλη φορά, επειδή έχουμε την τύχη να τα δοκιμάζουμε συχνά στις ετήσιες τζαμπέ διακοπές μας στο επίνειο του Μαρκοπούλου, στο «Πόρτο Ράφτη», στην αδερφούλα μας την Λένα, που μας αγαπάει και το δείχνει.

Σήμερα όμως χοιρινή τηγανιά, με κρεμμύδι τσιγαριστό, να καραμελώσει μέχρι να εξαφανιστεί, σβησμένη με Σαββατιανό «Παλαιά Κλήματα» λίγη κόκκινη πάστα τοματοπελτέ, λαδερή, πικάντικη στο πιπέρι, και ριγανάτη, την απολαμβάνουμε με την ρετσίνα “ORIGINS” του κτήματος Παπαγιαννάκου αυτό το «δώρο του κρασιού από την αρχαία παράδοση και τον χρόνο» όπως περιαυτολογεί στην ετικέτα της.

Καταπληκτική ρετσίνα με όλες τις αρωματικές διαστάσεις του Σαββατιανού, τα άχυρά του , τα χαμομήλια του, τις βιολέτες τα λευκά του αγριολούλουδα και τα άγουρα, λεμονάτα εσπεριδοειδή του που φτάνουν μέχρι το μοσχολέμονο, έρχεται και παντρεύεται με το ρετσίνι που δίνει αρώματα φρεσκοσπασμένης πευκοβελόνας περισσότερο , διακριτικά, και με παρουσία φόντου ταυτόχρονα, παρά αυτό το τραχύ του ρετσινιού που εκχυδαϊζει σε φθηνότερες εκδόσεις το εθνικό μας κρασί. Αποδίδει δίκαιο λοιπόν το «origins” του Κτήματος Παπαγιαννάκου στον αρχαίο πρόγονό του, το Ελληνικό κρασί της περιοχής των Μεσογείων που για λόγους συντήρησης και μεταφοράς σφραγίζονταν σε πήλινους αμφορείς στους οποίους αποθηκεύονταν και μεταφέρονταν με τον αρχαίο αθηναϊκό, εμπορικό στόλο στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου με ρετσίνι από πεύκα (για να αποφεύγεται η οξείδωση, πολλές φορές και κατά τη διάρκεια της ζύμωσής του). Αντάλλασσε με αυτόν τον τρόπο αρώματα και χαρακτήρα το αμπέλι με το πεύκο, για την προστασία που προσέφερε στο παιδί του, το κρασί. Πιθανόν λοιπόν όλα τα αρχαία κρασιά που καταναλώνονταν μετά από χερσαία ή θαλάσσια μεταφορά, να ήταν ρετσίνες. Αγνές και ποιοτικές και premium όπως η «Οrigins” του Παπαγιαννάκου, βοτανικές, μαστιχάτες, φρέσκες και φρουτώδεις, όπου το ρετσίνι δεν κυριαρχεί αλλά αποτελεί χαλί μαγικό για να πατήσουν τα εσπεριδοειδή του φρούτου του, μοσχολέμονα και άγουρες κλημεντίνες. Γουέστερν λοιπόν Ελληνικό , αγροτικός συνδικαλισμός, μπλόκα, επιβίωση και ορθολογισμός μες στις πλημμύρες του καιρού και των σκέψεων,  καλούν για μια διαφορετική ρετσίνα, πιο φρουτώδη, πιο κρασάτη, να έρθει να βάψει με κρασί το πώμα κόκκινο, και να συνοδέψει με μια πικάντικη τηγανιά το τρακτέρ στον αγρό , εκεί που ανήκει.

ΥΓ1: Λίγο ότι να ‘ναι με λίγο από όλα σήμερα το πράμα, και με ψιλοπικρή διάθεση σαν χάπι. Θα επανέλθουμε όμως δριμύτεροι, με ένα σίγουρα καλύτερο Χριστουγεννιάτικο, πιο γλυκό,  μελομακαρονένιο θα τολμούσα να πω, Κρασιά και Ταινίες.

ΥΓ2:Το ‘origins” το δοκιμάσαμε και μας ενθουσίασε στον πρόσφατο «Χάρτη των Γεύσεων».

Σχολιάστε