Κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς τα πράγματα είναι σταθερά τα ίδια, και σταθερά διαφορετικά. Τα παλιότερα χρόνια υπήρχε μια παράδοση όπου παλιοί φίλοι όπου και να ήταν, βρίσκονταν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης από νωρίς, για να μουδιάσουν στην ανάλωση τσίπουρου τον πόνο για τον χρόνο που φεύγει, και στον ήχο των χάλκινων να πνίξουν τους κρότους των κακόγουστων πυροτεχνημάτων. Κι όσο το κρατούσανε το έθιμο και φεύγανε υποβασταζόμενοι από άλλους, σε χειρότερη από αυτούς κατάσταση, από το «Ούζου Μέλαθρον», ή τα “Λουλουδάδικα”, παρέμεναν παραδόξως όλοι γεροί, δυνατοί κι ευτυχισμένοι. Άφθονα τα τσιγάρα, τα ποτά και οι καταχρήσεις, θα τρόμαζαν ακόμα και τους ήρωες του «Hangover» και του Pinneapple Express». To δε “dude where’s my car”, υποθέτουμε, βασίστηκε σε δική τους, αληθινή ιστορία. Είχανε χάσει ένα κυπαρισσί Alpha Romeo, παρκαρισμένοι αυτοί στο “Rock’n’rolla”, o οδηγός του στο “Zenit”, ενώ αυτό μετακινούνταν σε χρονοδίνη, από την Μέση Γη μέχρι την Νάρνια. Ανακαλύφθηκε μετά από έξι μήνες μπροστά σ’ ένα πάρκινγκ στην Πολυτεχνείου, τυχαία. Έφερε σκόνη και λάσπη 18 ετών από κάτω και ένα Τ shirt. Ο θρύλος λέει ότι ήταν το ίδιο καθ’ αυτό που φορούσε ο viral τύπος, που έβλεπε κύκλους στα raves των 90s. Θα μπορούσε να είναι και η Ντελόριαν του Μάρτι ΜακΦλάη. Το δοκιμάσαμε όμως. Δεν ήταν.

Κατρακυλάνε όλα αυτά σαν κατολίσθηση του μυαλού σε μια αναζήτηση για το “πότε ακριβώς”. Ερώτημα μεσηλίκων, απομάχων και μπαρμπάδων στα σύγχρονα καφέ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Κανείς δεν θυμάται την συγκεκριμένη στιγμή, που έπαψε να τηρείται αυτή η τελετουργική επιμνημόσυνη σούρα για τον χρόνο που έφευγε. Ούτε φυσικά θυμάται κανείς με την πρέπουσα ακρίβεια τις λεπτομέρειες αυτές, τις καίριες, της ετήσιας συνεύρεσης μιας παρέας, που όπως όλες οι σωστές του είδους της, έγραφε ιστορία. Γεγονός βέβαια είναι, ότι από εκείνο το θολό σημείο στο χρόνο, που σταμάτησε από κάποια ηλίθια, άνευ σημασίας λεπτομέρεια, αυτή η ετήσια μανιέρα, έχασαν τα πράγματα την ομορφιά τους. Τίποτε δεν έμεινε το ίδιο. Δεν άλλαξε βέβαια κάτι προς το καλύτερο. Ποτέ δεν το κάνει. Σταμάτησαν τα ωραία. Περάσανε σ’ ένα άλλο χρονοσυνεχές για ήρωες που σέβονται την εύνοια της δικής τους τύχης.
Αυτοί που έδρασαν σαν την πλειοψηφία, που τόσο μέμφονταν, έμελλε να έχουν πολύ χειρότερη τύχη από αυτήν. Η βάσανος μιας κανονικής ζωή είναι πολύ πιο επώδυνη γι’ αυτούς, που τόλμησαν να κοιτάξουν έξω από τα κουτάκια. Πονάει πιο πολύ να περπατάει ζυγισμένος, στοιχισμένος ο δραπέτης από τον καλής διαγωγής κατάδικο. Μες «τα τείχη που ‘χει χτίσει, ο καθένας για να ζήσει’ λοιπόν. Οι άνεργοι έπιασαν δουλειές. Οι ελεύθεροι παντρεύτηκαν. Οι αθλητές κουτσάθηκαν. Οι επαναστάτες πιάσανε την καλή. Οι συνδεσμίτες γίναν athletic managers και bloggers.
Οι «παρατηρητές» του Κόνορ ΜακΛάουντ τρελάθηκαν. Ό,τι θύμιζε παλιά αγαπημένη, χάθηκε στην αχλή των καμμένων από το άγχος της επιβίωσης εγκεφαλικών κυττάρων. Μήτε χρώμα ματιών έμεινε, μήτε οσμή , μήτε ανάμνηση αγγίγματος. «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει …» γκρι. Τις θυμούνται αλλιώς εκείνες τις πρώιμες αγαπημένες. Δεν θυμούνται αυτές δηλαδή. Θυμούνται αυτά τα ξεφτισμένα είδωλα που είχανε ανεβάσει σε ανάρμοστες εξέδρες. Εν αγνοία τους τότε, και εν γνώσει τους σήμερα αναπολούν ιδέες επίπλαστες, και θύμησες αλλοιωμένες από τον χρόνο και την επιθυμία. Έτσι ακριβώς όπως τότε, στο ίδιο αυτό, δυσανάλογο και απρεπές ύψος. Χαμένο όμως το χρώμα τους, ξεθωριασμένο. Πνιγηρό και άτονο το άρωμά τους πια. «Ανόητες αγάπες ανόητα φιλιά τραγουδάνε οι Πυξ Λαξ σε μια ακόμα τελευταία συναυλία. Ανέκδοτο γίνανε κι αυτοί, λένε στα καφενεία που πηγαίνανε. Ανέκδοτο γίνανε και οι ίδιοι στα μνημόσυνα , στις κηδείες και στους όψιμους γάμους των «κανονικάδων» που συναντιούνται. ‘Να βρεθούμε να τα πούμε ξανά τα νέα μας. Μεθαύριο έχει reunion το Α3. Άσε καλύτερα. Βαρεθήκαμε αρκετά πιο πολύ, προχθές, σε άλλο, πιο γνήσιο ρέκβιεμ ενός εφιάλτη.
Κάθε τι οργανικό έχει και ημερομηνία λήξεως. Όσα συντηρητικά και φαρμάκια να του ρίξεις. Ακόμη περισσότερο οι άνθρωποι. Απλά αυτοί είναι καταδικασμένοι να ζουν με ψευδαισθήσεις. Οι μεν μακάριοι χαζοί με την ελπίδα των καλύτερων ημερών κι οι κυνικοί, λοβοτομημένοι, ηλίθιοι υπό την επήρρεια των ψεύτικων αναμνήσεων. Ο κυνικός, άλλωστε, είναι ένας αθεράπευτα πληγωμένος, παλιός αθεράπευτα ρομαντικός . Ένας μασκοφόρος εκδικητής που δεινοπάθησε απ’ αγάπη, και πέρασε στη σκοτεινή πλευρά.
Σ’ αυτό το γκρίζο φόντο κινούνται οι καθημερινοί μας αντιήρωες αυτές τις περίεργες μέρες των παραμονών. Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα, και τρέχουν πανικόβλητοι να βρουν μια γωνιά, να μεθύσουν σε μια αφιλόξενη, πανάκριβη πόλη, για να μην θυμούνται την χρονιά που έφυγε, και να μην ελπίζουν γι’ αυτή που θα έρθει. Στην πραγματικότητα, επέτειοι , παραμονές, πρωτοχρονιές δεν υπάρχουν. Είναι κόλπα μυαλού απόμαχων, ιπποτών Jedi, για να συνεχίσουν να παλεύουν τ’ droids. Ακόμα όμως και αυτοί, με την μεγαλύτερη επίγνωση και βαθιά αντίληψη των πραγμάτων, παρασύρονται από το γενικευμένο κλίμα ανασκοπήσεων ενός ήδη χαμένου παρελθόντος. Έρχονται στο μυαλό αυτοαναιρέσεις και τύψεις συνειδήσεως που αφορούν όλα τα «τι θα γινόταν αν» . Αυτό είναι το βασανιστικό.
Το «καλή χρονιά» στο στόμα ακούγεται πιο ψεύτικο. Κάθε φέτος και πιο υποκριτικό. Το χαμόγελο έχει δόντια, σαν τον παγερό ήλιο της εποχής. Με αυτή την διάθεση της περισσότερο πικρής και λιγότερο γλυκιάς μελαγχολίας, της ενδοσκόπησης για τον χαμένο χρόνο και τις ευκαιρίες, και κόντρα στο επιφανειακό εκτυφλωτικό φως των πρωτοχρονιάτικων πυροτεχνημάτων, πάμε σε μια επιλογή φάρμακο. Αντίδοτο για όλους, όσους με νοσταλγία αναπολούν ένα βελτιωμένο με τα φίλτρα της ανθρώπινης μνήμης, παρελθόν. Σ’ αυτούς, που σαν κι εμάς βασανίζουν κάθε τέτοια μέρα τα επώδυνα κι εποχιακώς επίμονα «what ifs”, συνιστούμε ανεπιφύλακτα ένα καλό ποτήρι brandy , ή κονιάκ ή αρμανιάκ, αν σας περισσεύουν, ένα κομμάτι ποιοτική σοκολάτα κουβερτούρα, αποφλοιωμένα αμύγδαλα, αποξηραμένα βερίκοκα και τον «ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΕΚΦΩΝΗΤΗ.

Με τα χρόνια τελειώνουν τα χρήματα κι η διάθεση, αμέσως μετά την παραμονή των Χριστουγέννων. Ας μην παρεξηγούμε λοιπόν αυτούς που παραμονή Πρωτοχρονιάς από αφραγκία, μελαγχολία και τον ανθρωποδιώκτη,βάζουν τα κινητά σε πτήση , μανταλώνουν πόρτες, παράθυρα και βλέπουν ταινίες. «Δεν πέρασε ο καιρός, ήρθε ο καιρός» όπως επαναλαμβάνει ρητά σ’ αυτήν την νοσταλγική του κινηματογραφική άρια ο Ρένος Χαραλαμπίδης. Τα βιβλία, τα τραγούδια , οι ταινίες διαφορετικά αγγίζουν τον καθένα. Διαφορετικά πράγματα λένε, σε διαφορετικούς ανθρώπους. Σε κάποιους δεν μιλούν καθόλου. Ίσως σ’ αυτούς που δεν θέλουν ν’ ακούσουν να ακούγονται μελό, σε άλλους θόρυβος. Σ’ εμάς όμως τους τεθλιμμένους «παρατηρητές της ζωής», τους «συλλέκτες στιγμών» οι ταινίες του Ρένου Χαραλαμπίδη πάντα κάτι θα έχουν να θυμίσουν. Ήμασταν κι εμείς εκεί, μέρος του σκηνικού της Αθήνας των 90ς. Παίρναμε τηλέφωνο από θαλάμους του ΟΤΕ με τηλεκάρτα, φυλάγαμε σκοπιά σε λιγότερο πολυσύχναστα μέρη από τον Εύζωνα του σκηνοθέτη μας. Καψουρευόμασταν, απογοητεύαμε κι απογοητευόμασταν κι εμείς. Καπνίζαμε δε, όπως όλοι τότε, «Φθηνά Τσιγάρα». Ταξιδεύαμε με αστικά και τρένα στα πέρατα μιας αστικής φαντασίωσης, σ’ αναζήτηση της χθεσινής άγνωστης από τον ‘Ηλιο’ με ένα ψεύτικο τηλέφωνο στο χέρι να χτυπάμε θυροτηλέφωνα σε άγνωστες οικοδομές στην Αγίας Τριάδος.
Αργοπίνουμε την πρώτη γουλιά από το brandy μας, που όλοι ξέρετε ποιο είναι. Η αξία του, όπως και οι κριτικές κινηματογράφου δεν μετριέται με τ’ αστέρια. Ο ραδιοφωνικός παραγωγός ενσαρκωμένος από τον ίδιο τον Ρένο Χαραλαμπίδη στην ταινία, περιμένει τα πεντηκοστά γενέθλιά του. Το στιγμιαίο πέρασμα, από τα τελευταία κατ’ αυτόν ξεσπάσματα μιας φθίνουσας νεότητας, στην μέση ηλικία. Ιδανική στιγμή για την μελαγχολική νοσταλγία που τόσο καλά πραγματεύτηκε ο Χαραλαμπίδης στα «φθηνά Τσιγάρα» για μια πιο παλιά πιο όμορφη, φαντασιακή σχεδόν νυχτερινή Αθήνα. Τα τρένα, για τον «νυχτερινό εκφωνητή» μας, μετράνε το χρόνο. Αναζητά σ’ αυτήν, την όχι και τόσο πρόθυμη, επέτειο γενεθλίων μια χαμένη αγάπη. Ψάχνει την χορεύτρια της Λυρικής της οποίας την διεύθυνση είχε αποσπάσει ένα βράδυ στο “Green Bar”, 30 χρόνια πριν. Νεανική αφροσύνη και συγκυρία τον έκανε να την χάσει. Αυτήν την μία που του γεννούσε έντονα πάθη και στιγμές. Όσοι άντρες υπήρξαν ερωτευμένοι κάποτε , καταλαβαίνουν. Ακόμη και σαν κι εμάς. Κατόπιν εορτής. Στον επόμενο τόνο η ώρα Ελλάδος θα είναι 12. Έχει γίνει πια άντρας στα 50 του, όπως προφήτεψε εκείνη. Και στο τελευταίο αυτό πόνημα του Χαραλαμπίδη, την σκυτάλη παίρνει ένα αντικείμενο του παρελθόντος, που όπως πολλοί άνθρωποι που γνωρίσαμε , δεν έχει πια λειτουργικό ρόλο στην ζωή μας. Στο θυμικό μας όμως, ίσως είναι γιατρειά, ίσως πληγή. Οι τηλεφωνητές , οι κασέτες και τα ηχογραφημένα μηνύματα έπαιζαν κι αυτά έναν ύπουλο και ταυτόχρονα θεσμικό ρόλο στην καταγραφή των ερωτικών ιστοριών. Νοσταλγία λοιπόν , θυμός , μετάνοια, θλίψη και συγκίνηση για εποχές πράγματα, και πρόσωπα που χάθηκαν, ή ανέξοδος αγώνας για επιστροφή. Όπως και να έχει σήμερα έχουμε παραμονή πρωτοχρονιάς. «Πέρασε ο καιρός, ήρθε ο καιρός» απαντάει ο «Νυχτερινός Εκφωνητής». Πέρασε ο χρόνος, ήρθε ο χρόνος, αναφωνούμε εμείς, Ο παλιοί τηλεφωνητές μας όσοι υπάρχουν ακόμα, παίζουν παράσιτα και μασάνε τις κασέτες, όπως η ασθενούσα μνήμη μας το παρελθόν.
Γλυκόπικρη και νοσταλγική , με ένα απίστευτα μικρό budget, και πέντε ή έξι φωνές όλη η ταινία, δεν παύει να είναι καθηλωτική για τον θεατή που θέλει να ακούσει, να θυμηθεί, να αφήσει την αφήγηση και τον φαντασιακό διάλογο του «νυχτερινού εκφωνητή» με την χαμένη αγαπημένη, να τον συνεπάρει. Διάχυτο ρομαντικό πλάνο στην νυχτερινή Αθήνα και σ αυτήν την ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη, με εικόνες ακρωτηριασμένων αγαλμάτων να χορεύουν, και μπαλαρίνες με τσολιάδες να κλείνουν ραντεβού στην πύλη του Αδριανού και στη Ρωμαϊκή αγορά. Πεθαίνουμε για τέτοια, ακόμα και εμείς, οι σήμερα γεροξούρες και κυνικοί. Δεν θα λέγαμε όχι άλλωστε σ’ ένα ραντεβού στην Καμάρα οι Θεσσαλονικείς, χωρίς κινητά, χωρίς μηνύματα, με μόνη επιβεβαίωση την απάντηση της. Η υπόθεση σηκώνει και δεύτερη και τρίτη, απανωτή γουλιά από το brandy μας, που έχουμε ζεστάνει πάνω από ένα ποτήρι καυτό νερό. Φέρνουμε στο χείλος του ποτηριού μας καμμένη φλούδα πορτοκαλιού και την πιέζουμε να εκραγεί αναδύοντας το άρωμα των χαμένων εσπερίδων. Δαγκώνουμε λίγο από την κουβερτούρα μας και βρίσκουμε στο κινητό μας το «μωρό μου φάλτσο» . Το ακούμε από την Μαργαρίτα Αμαραντίδη που ενσαρκώνει την χορεύτριά μας, και τον ίδιο τον Ρένο Χαραλαμπίδη. Τι ευτυχία, έστω κι από παλιά κασέτα να ακούει κανείς αγαπημένες φωνές, να του κάνουν καντάδα. Ο καθένας μας εδώ, ακούει ότι θέλει και ας παίζει η ταινία το ‘μωρό μου φάλτσο» . Όλοι σε τέτοιες στιγμές ακούνε αυτό, που νομίζουν πως θ΄ ακούσουν. Το τραγούδι τους. Αυτό που μόνο δυο άτομα μοιράζονται σαν ένα προδιαγεγραμμένο, γλυκό μυστικό. Για μερικούς είναι το «love is a losing game” τηςAmy Winehouse. Γι’ αυτούς τους ίδιους σε άλλο χρόνο και άλλο σύμπαν είναι το “first time ever I saw your face” από Roberta Flack. Για τον «Νυχτερινό Εκφωνητή» την ώρα που σκαλίζει τα εκτός εποχής χαμένα του βινύλια είναι το «je crois entendre encore” από “The Pearl fishers” από τον Γιάννη Χριστόπουλου. Εμείς το δικό μας θα σας το πούμε στο τέλος.
Καταπληκτικό soundtrack, μοναδικό, ένα με την ταινία, με το τοπίο , με την νοσταλγία της Αθήνας της εποχής, της αγάπης τους, του νεανικού εαυτού τους. Ποτέ χρόνος όπως τους έπρεπε για εκείνους. Χρόνος μόνο για σκοπιές, και απαίτηση για μια χρωστούμενη βόλτα στην νυχτερινή Αθήνα. Εσωτερικοί διάλογοι και η τεχνική του message in a bottle σ’ αναζήτηση επικοινωνίας με μια χαμένη αγάπη. Μια χαμένη αγάπη που χάθηκε στην μετάφραση των μαγνητοφωνημένων μηνυμάτων των τηλεφωνητών. Βγαίνει άκρη; Μπορεί ναι μπορεί και όχι. Πόσοι ναυαγοί σωθήκανε από ένα μήνυμα σ’ ένα μπουκάλι; Ο καθένας μας θα μπορούσε να είναι ερωτευμένος με μια χορεύτρια της λυρικής με μια τέτοια πηγαία και έντονη προσωπικότητα, και φυσικά να παρεξηγηθεί μαζί της. Όλοι μακαρίζουμε αυτούς που το έχουν πάθει ή που το έχουν πλησιάσει.
Φταίνε πολλά, που τέτοια ώρα πριν αλλάξει ο χρόνος δεν είμαστε τύφλα αλκοολισμένοι ανάσκελα σ’ έναν ύπνο του αδίκου, με τα χάλκινα να βουίζουν στο ταλαιπωρημένο μας μυαλό. Φταίει η εποχή. Φταίει η νύχτα. Φταίνε αυτές που λείπουν. Φταίμε εμείς, που γίναμε κάτι άλλο από αυτό που είχαμε υποσχεθεί στους πιο αθώους, πιο νέους εαυτούς. Φταίει που ματαιοπονήσαμε με όνειρα μεγάλα. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς, το πότε στράβωσε το πράγμα. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια στα αδυσώπητα ‘what ifs”. Τα βλέπουμε αργά, που λέει κι ένας φίλος.
Το “καλή χρονιά” στο στόμα ακούγεται πιο ψεύτικο. Κάθε φέτος και πιο υποκριτικό. Το χαμόγελο έχει δόντια σαν τον παγερό ήλιο της εποχής. Με αυτή την διάθεση της περισσότερο πικρής και λιγότερο γλυκιάς μελαγχολίας, ενδοσκόπησης, αναζήτησης χαμένου χρόνου κι ευκαιριών και κόντρα στο επιφανειακό εκτυφλωτικό φως των πρωτοχρονιάτικων πυροτεχνημάτων, ας σταματήσουμε να ψάχνουμε τον χαμένο εαυτό μας στους από καιρό χαμένους έρωτες. Δεν είναι ευχή, είναι προτροπή.
Εδώ θ’ αλλάξουμε τον τόνο, θα διαμαρτυρηθούμε για τις τόσο άδικες κριτικές, που δέχτηκε αυτή η ταινία από τους “ειδήμονες”. Είναι η σκληράδα και η κακία που βγάζουν απέναντι στους δημιουργούς οι αιώνιοι, καταδικασμένοι θεατές. Άλλοι είναι γεννημένοι να παίζουν μπάλα. Άλλοι να κάνουν τον προπονητή κι άλλοι να βρίζουν τον σέντερ φορ που έχασε το πέναλτι. Το κοινό, όπως και για τα “Φτηνά Τσιγάρα», αποκαθιστά την αδικία διθυραμβικά. Ευτυχώς αυτή την φορά πιο σύντομα. Το ιδιαίτερο ύφος και ήθος του νοσταλγικού και βιωματικού νουάρ του Ρένου Χαραλαμπίδη με τους διαρκείς συμβολισμούς θα αγγίζει πάντα τις ψυχές ενός ευαίσθητου κοινού. Γιατί πάντα αυτοί οι αρκετοί, που δεν έχουν απωλέσει την ανθρώπινη ιδιότητα από την πίεση της καθημερινότητας, θα είναι νοσταλγοί του βινυλίου, της στιγμής, της αγάπης , της εποχής που νιώσανε κάτι. Γιατί ο σκηνοθέτης Χαραλαμπίδης μιλάει από ψυχής με ένα αφηγηματικό ποιητικό λόγο, με μουσικές, με ήχους, με εικόνες και με σημειολογικά αντικείμενα στις ψυχές των ανθρώπων μέσα από το σελιλόιντ. Αυτή για μας είναι η αποστολή του κινηματογράφου. Να μιλάει στις ψυχές των θεατών, πέρα από τεχνικές, φωτογραφία και σενάρια. Αυτά είναι μέσα μόνο. Αυτή την στιγμή παίζει το Concerto in D minor, Adagio BWV 974 Χ του Θάνου Μαριέτη από το τόσο ρομαντικά θλιμμένο soundtrack του «Νυχτερινού Εκφωνητή». Τελειώνει κι αυτό όπως και η χρονιά. Καλά να περνάτε όλοι, όσοι σταθήκατε δίπλα μας αυτή την περίεργη εποχή. Να μας θυμάστε, αυτοί που κατά καιρούς ζήσαμε πράγματα από κοινού, και μετά χαθήκαμε. Να μας συγχωράτε οι αδικημένοι. Τόσο ξέραμε τόσο κάναμε. Όσον αφορά τους υπόλοιπους, θα φορέσουμε το πιο λαμπερό υποκριτικό μας χαμόγελο και θα ευχηθούμε καλή χρονιά και τα δέοντα στην κυρία μαμά τους.
ΥΓ Αλλάζουμε το soundtrack της ζωής μας στις 12. Ακούμε το“True love will find you in the end” όπως έχει διασκευαστεί από τους “Headless Heroes”. Συνεχίζουμε με το κονιακάκι μας, ένα κομμάτι βασιλόπιτα, όνειρα και αναμνήσεις. Καλό ξημέρωμα. «Ζήστε». Σε όλους αυτό.
Σχολιάστε