Τα φαντάσματά μου, οι αναμνήσεις μου. Κεφάλαιο 1           

«Ο Μπακαλιάρος, η κυρά Νίτσα, ο Φώσκολος και η Παλιγγενεσία.

Τελευταία, και για λόγους που άπτονται της επαγγελματικής μας δραστηριότητας, έχουμε καθυστερήσει να δημοσιεύσουμε κάποιο νέο volume του «Κρασιά και Ταινίες» ή του Wine Tour “τα roadtrips των Φτωχών». Πέρα από το χαβαλέ πρέπει και να βιοποριστεί κανείς. Επειδή απεχθανόμεθα όμως την ωμή ρουτίνα και την σκληρή πραγματικότητα, βρίσκουμε την ευκαιρία επετειακά τουλάχιστον, και με την αφορμή της Παλιγγενεσίας, και την μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου να συνεχίσουμε αυτόν τον περίεργο διάλογο ταινίας, γεύσης, βόλτας γεύσεων και οίνου, με λίγο από προσωπική ιστορία και δράμα. 

            Ο Μάρτης δεν λείπει από την Σαρακοστή και εμείς από την πρόταση. Φέτος πέφτει καθυστερημένη η 25η Μαρτίου μέσα στην Σαρακοστή, λίγο πριν την Πέμπτη εβδομάδα της, αυτή του Ακαθίστου Ύμνου. Αυτό σημαίνει για τους νηστεύοντες μια λίγο μεγαλύτερη φετινή λαχτάρα για ψαράκι, που η ανάλωση του συνδέεται παραδοσιακά με την εορτή του Ευαγγελισμού και της Κυριακής των Βαϊων. Είναι οι δύο μόνες ημέρες μέσα στην Μεγάλη Σαρακοστή που αναλώνεται ψάρι, έλαιο και οίνος.  Αποτελούν δε μια ευκαιρία, έστω και αχρείαστη πλέον, για πρόσληψη ζωϊκής πρωτεϊνης για αυτούς, που παραδοσιακά νηστεύουν, πέρα από την ανάλωση μαλακίων , στρειδιών κλπ.

            Στον γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας, πριν ακόμα αυτή απελευθερωθεί με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας στην Πέτρα της Βοιωτίας το 1832, και αρχίσουμε τις παρελάσεις, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου εορταζότανε με ψαράκι και κρασί ή απόσταγμα. Στα νησιά και στα παράλια της Ελλάδας όπου αφθονούσε το φρέσκο ψάρι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, ειδικά αν βόλευε ο καιρός και η θάλασσα. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα από όπου και τυχαίνει να κατάγομαι, ο υγράλατος, ο παστός μπακαλιάρος, λόγω της φθηνής τιμής και εύκολης συντήρησης του ,σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ψυγεία, ήταν η ενδεδειγμένη λύση.  Ο παστός μπακαλιάρος, ως προϊόν, πρωτοεμφανίστηκε παγκόσμια από τους Βίκιγκς περί τον 8 μ.Χ. αιώνα. Οι αρχαίοι τολμηροί θαλασσοπόροι, πρόγονοι των πιο ψύχραιμων σήμερα Σκανδιναυών, πάστωναν τον Βακαλάο, που αφθονούσε στις παγωμένες τους θάλασσες, για να θρέφει αυτούς στα μακρινά τους ταξίδια, και τις οικογένειες τους στους δύσκολους χειμώνες στις μακρινές τους πατρίδες. Γι’ αυτό βλέπουμε στις υπεραγορές, στα αρχαία πλέον παντοπωλεία και στα μαγαζιά με τα αλίπαστα, τα αλλαντικά και τα τυριά, όσα έχουν απομείνει, τις επιγραφές  βακαλάος Νορβηγίας, Ισλανδίας κλπ.  Οι Υπερβόρειοι λοιπόν, πέρα από παρέα του Απόλλωνα τον χειμώνα, συνοδοιπόροι του Θωρ στο σελιλόιντ και στα κόμκς της Marvel,  και ομορφότερη φυλή του κόσμου, ήταν και δεινοί θαλασσοπόροι και ψαράδες στις Βόρειες Παγωμένες Θάλασσες και μέχρι και τον Αρκτικό κύκλο. Μάλιστα οι κακές γλώσσες λένε ότι οι Βίκινγκς και όχι ο Κολόμβος ανακάλυψε τον Νέο κόσμο κατά λάθος κατά την διάρκεια κυνηγητού βακαλάων.

            Πρώτοι λέγεται ότι τον πάστωσαν οι Βάσκοι, που τον αποκαλούσαν και ψάρι του βουνού. Στον Ελλαδικό χώρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον 15 αιώνα, όταν η Ρωμανία είχε ήδη παρθεί, η Πόλις αλωθεί, και ήδη τελούσαμε υπό τον Οθωμανικό ζυγό. Και ως φθηνή, αλλά και πεντανόστιμη λύση σε δύσκολα χρόνια, εισήλθε και καθιερώθηκε πολύ γρήγορα ως η ιδανική επιλογή για τον εορτασμό της μεγάλης Θεομητορικής εορτής του Ευαγγελισμού που συνήθως πέφτει καταμεσής της μεγάλης νηστείας της Σαρακοστής. Ιστορικά οι πρώτοι που εισήγαγαν τον παστό μπακαλιάρο στην Ελλάδα σε μεγάλες ποσότητες ήταν οι Άγγλοι οι οποίοι τον αντήλασσαν με σταφίδες, το πρώτο εξαγώγιμο προϊόν του Νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Η δε μετέπειτα απότομη πτώση της τιμής της σταφίδας προκάλεσε και μια από τις πρώτες πτωχεύσεις ενός κράτους, του οποίου το «κανόνι» δεν σταμάτησε να «βαράει», με νωπές τις μνήμες της πρόσφατης οικονομικής κρίσης του «2009-μέχρι όποτε θέλετε βάλτε».

            Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Επίκειται η εθνική μας επέτειος λοιπόν της παλιγγενεσίας, της επανάστασης του 1821 που επικράτησε να εορτάζεται με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου , τον εορτασμό του οποίου στις 25 του Μάρτη είχε καθιερώσει ο Ιουστινιανός σε όλο το Βυζάντιο.

Πάντα αυτή η μέρα, που σήμαινε πέραν των ανωτέρω και απαρχή ουσιαστική της Άνοιξης, για τη  οικογένειά μου ήταν, παρέλαση, βόλτα και μπακαλιάρος τηγανητός με σκορδαλιά στο σπίτι. Και έξω να βγαίναμε, ταβέρνες κτλ, ο σπιτικός μπακαλιάρος ήταν και είναι επιβεβλημένος από τους άγραφους ηθικούς νόμους των αναμνήσεων και των αρωμάτων του παρελθόντος.

 Η γιαγιά μου η Νίτσα  αν και λάτρης των γεύσεων, και δεινή μαγείρισσα, νήστευε  καθ’ όλη την διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής με ευλάβεια, και τήρηση της Παράδοσης και των πατερικών κανόνων, όπως τους είχε μάθει από την μητέρα της την κυρά Βασιλική, και από τους ιερείς της ενορίας μας, που συχνά πυκνά «ενοχλούσε» με δύσκολα και βαθιά θεολογικά ερωτήματα. Αυτές οι απορίες της,  οι κοσμογονικές, πηγάζανε από την αγνή της καρδιά και την μεγάλη της πίστη. Τελικά κατάληγε να λύνει τις θεολογικές της απορίες με το «πίστευε και μη ερεύνα», χωρίς κόμματα, γιατί την μπέρδευαν. Άλλωστε πρόσθεση κι αφαίρεση ήξερε μόνο, με το μολύβι πάντα, αλλά χωρίς λάθη. Αγαπούσε την παράδοση , τα γράμματα, την ορθοδοξία και τον Ελληνοκεντρικό χαρακτήρα των μόλις έξι τάξεων του Δημοτικού που πήγε. Ο μεγάλος αδερφός της, έλεγε, ο Γιώργος, που τον υπεραγαπούσε, στάθηκε εμπόδιο στο να πάει στο Γυμνάσιο που ήταν τότε στην Καστοριά. Όσα κορίτσια φεύγανε από την Κλεισούρα, που ήταν η πατρίδα της, για να πάνε στο Γυμνάσιο, γινότανε λέει «γυναίκες κοινές» και βρώμικες. Και οι Βλάχοι γονείς και αδερφοί «το τούτο τους» το θέλανε καθαρό. Έριχνε λοιπόν η γιαγιά μου, που ήταν και παντοπώλισσα, *από τις πρώτες γυναίκες επαγγελματίες στα χρόνια της) καναδυό βρισίδια στον αδερφό της¨, καθαρίζοντας τα σκόρδα για την σκορδαλιά, και το κρεμμύδι για την σαλάτα, γιατί της είχε κόψει την ακαδημαϊκή καριέρα. Μετάνιωνε αμέσως όμως, και με δάκρυα στα μάτια, από το κρεμμύδι; Από την συγκίνηση;, Ίσως λόγω αμφοτέρων των αιτίων. Δεν ξέρω.  

Συνέχιζε την προετοιμασία του εορταστικού γεύματος με την ευλάβεια και την σχολαστικότητα Γιαπωνέζου σούσι μάστερ. Με είχε κι εμένα από δίπλα, που λόγω λαιμαργίας, λόγω λατρείας στην μαγειρική και στην ίδια, αγαπούσα να κάθομαι με τις ώρες να την βλέπω να μαγειρεύει και να μου μιλάει για την Παναγία, για τους Αγίους, για τον Αθανάσιο Διάκο, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, και τον Οδυσσέα τον πολυμήχανο μετά, έτσι συνειρμικά και λόγω ονόματος. Απήγγειλε δε με περισσό στόμφο στη φωνή της, ποιήματα σχολικά, που είχε μάθει σαράντα και πενήντα χρόνια πριν στο Δημοτικό για το Χάνι της Γραβιάς, για τον Αλή Πασά, για τον Πήλιο Γούση τον προδότη, την Κυρά Φροσύνη και τον σκύλο του Οδυσσέα, που τον θυμήθηκε λέει μόνος αυτός, όταν γύρισε από τη Τροία. Στον Ομηρικό δε Οδυσσέα η αναφορά γινότανε συνειρμικά και εκ συνωνυμίας με τον απόγονό του τον Ανδρούτσο και τις πολεμίστρες στο χάνι της Γραβιάς.

            Παρακολουθούσε τέτοιες μέρες με ιδιαίτερο πάθος τις ταινίες για τον Παπαφλέσσα, την Μπουμπουλίνα , τον Κολοκοτρώνη. Φωσκολική κάργα, χωρίς να το ξέρει, έριχνε και τα «δέοντα» στ’ «αγαρηνά σκυλιά» , στους προδότες του γένους, στους «ρουφιάνους τους ξένους που τα φταίνε όλα» κι έριχνε και δάκρυα σωρό, γιατί είχε η καημένη τους καημούς της τους βαριούς, που δεν είναι η θέση τους για εδώ.  Χτυπούσε λοιπόν η συγχωρεμένη η γιαγιά μου η Κυρά Νίτσα, που την ήξερε όλη η γειτονιά, η ενορία, η επαρχία έτσι, τέσσερις σκελίδες σκόρδο με μια κουταλιά της σούπας αλάτι σε ένα μπρούτζινο γουδί μέχρι να γίνουν πάστα. Αλοιφή βρε παιδί μου Μετά είχε στην ξυλόσομπα, που μπουμπούνιζε από το πρωί στο κουζινάκι της, που συνδέονταν με μια σανιδένια πόρτα με το μπακάλικο της,  700 με 800 γραμμάρια πατάτες περίπου. Αυτές  σιγόβραζαν από το πρωί που άναψε η σόμπα με μια πρέζα αλάτι στο νερό. Τις ξεφλούδιζε με τα χέρια της, καυτές όπως ήταν από το νερό, χωρίς να καίγεται, και τις έριχνε μες σε ένα κόκκινο τάπερ, που είχε αγοράσει από κάτι επιδείξεις που κάνανε τότε σε ένα γειτονικό σπίτι. Τι βολικά που ήταν αυτά τα τάπερ. Ούτε γάνωμα σαν τον τέντζερη , ούτε τίποτε. Τις έκοβε σε κομμάτια προσέθετε την «αλιάδα», όπως λένε πολύ χαριτωμένα οι Επτανήσιοι την σκορδαλιά, στην πατάτα, αλάτι , μαυροπίπερο κατά βούληση, και μπόλικο «καλό λάδι» όπως αποκαλούσε η γιαγιά μου το ελαιόλαδο. Στο φαϊ, και στην σαλάτα βάζουμε «καλό λάδι» έλεγε με ακλόνητη πεποίθηση. Στο καντήλι το καλύτερο. Σπορέλαιο βάζαμε σε καμιά τηγανητή πατάτα καμιά φορά, κι εκεί είχαμε ομηρικές έριδες μεν, τελειωμένες στο δευτερόλεπτο δε, μετά από μια αυστηρή επίπληξη της κυρά Νίτσας. Εν συνεχεία και αν είχαμε καλεσμένους , ποτέ δεν έλειπαν από το σπίτι μας, καθώς η γιαγιά μου με όλες τις ιδιαιτερότητές της και τον αψύ της, άμεσο και ευθύ χαρακτήρα, δεν έπαυε να είναι ο ζωντανός κρίκος δυο οικογενειών, που απαριθμούσαν έξι αδέρφια η κάθε μία, με ότι αυτό συνεπάγεται, έκανε και σκορδαλιά με ψωμί και καρύδι. Τέσσερις φέτες ψωμί μπαγιάτικο, που το μούλιαζε και στράγγιζε, μέχρι να φύγει κάθε σταγόνα,  και διακόσια με τριακόσια γραμμάρια ψίχα καρύδι, λιανισμένο στο ίδιο μπρούτζινο γουδί, τρεις σκελίδες σκόρδο με αλάτι, και ελαιόλαδο πάλι αρκετό, λιγότερο όμως, γιατί το ψωμί και το καρύδι δεν τραβάνε τόσο λάδι όσο η πατάτα.

       Από Paul_Emil_Jacobs_1802_1866 – Artnet [1], Κοινό Κτήμα, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=6491483   

 Ο μπακαλιάρος εξακολουθούσε ανήμερα  του ευαγγελισμού να ξαρμυρίζει σε μια γωνιά στο νεροχύτη, από δυο μέρες πριν, με ανά εξάωρο αλλαγή νερού, ή όποτε θυμόταν η γιαγιά, ανάμεσα στις υποχρεώσεις του παντοπωλείου, στον «Άγνωστο Πόλεμο» στα πρώτα χρόνια, στην «Βεντέτα» με τον Θάνο Λειβαδίτη μετά, και στην «Λάμψη» και την «Καλημέρα Ζωή» του Φώσκολου στα πιο πρόσφατα. Ιδιαίτερη αδυναμία είχε στην Σάντρα την γραμματέα του Γιάγκου του Δράκου που όποτε εμφανιζόταν την αποκαλούσε «σκρόφα», «βρωμιάρα» και «αντροχωρίστρα», γιατί πήγαινε με τον παντρεμένο μεγιστάνα και έτερο ήμισυ της Βίρνας της Δράκου, της Εισαγγελέως. Έχοντας ξαρμυρίσει ο μπακαλιάρος σε βαθμό που να χρειάζεται και πάλι αλάτι, μέσα στο παγωμένο νερό και με λίγο αλάτι χοντρό στην αρχή για να ενεργοποιηθεί, μυστικό που είχε μάθει από την κυρά Θανάσω την παλιά της σπιτονοικοκυρά , όταν νοικιάζανε στα «Καμμένα», τον σφούγγιζε καλά με πάνινη πετσέτα κουζίνας, που είχε μόνο και μόνο γι’ αυτόν τον σκοπό. Ετοίμαζε τότε δυο κουρκούτια, ένα με αλεύρι , αυγό, λίγο γάλα, αλάτι πιπέρι φρυγανιά και λίγη μπυρομαγιά (ξηρή μαγιά , έτσι την έλεγε) και αργότερα κανονική μπύρα, από την οποία άφηνε ένα μικρό ποτηράκι, που πίναμε μαζί, για την οικογένεια και τους καλεσμένους, και ένα κουρκούτι μόνο με αλεύρι νερό και μπύρα ή Σουρωτή, για εκείνη. Και το δεύτερο το κουρκούτι, χωρίς αυγό ή γάλα, το έφτιαχνε για να είναι με όλες τις προδιαγραφές νηστίσιμο. Κατά την κυρά Νίτσα , ψάρι τρώμε του Ευαγγελισμού, αυγό και γάλα όχι. Το δε φαγητό της, την σαλάτα της, τα βραστά της τα χόρτα, τα παντζάρια σκορδαλιά,  τα σερβίριζε σε ξεχωριστό πιάτο γι’ αυτήν, για να «μην τα μαγαρίσουμε» οι λοιποί, που νηστεύαμε μόνο την πρώτη και την τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής τότε, και διαμαρτυρόμαστε κι από πάνω. «Τούρκοι καταντήσατε, Οθωμανοί, έλεγε σ’ εμένα και στην αδερφή μου την Λένα που ως δεκάχρονα διαμαρτυρόμασταν για την νηστεία και θέλαμε να φάμε καμιά σοκολάτα μετά την Κοινωνία. Χόρτα βραστά , ραδίκια, ζόχια, αγριομάρουλα, παπαρούνες, που της μάζευε και της έφερνε πεσκέσι η γειτόνισσα και φίλη της η Κυρά Ευρώπη,  παντζάρια σκορδαλιά με σκόρδο, σε ποσοστό αναγκαίο για βαλλιστική γόμωση αντιαεροπορικών πυραύλων, «λάδι καλό», και ούζο «Τσάνταλη» για τον παππού μου τον Φάνη, που ήταν ο μόνος στον οποίο δεν έλεγε κουβέντα. Τον λάτρευε στην κυριολεξία και αυτός την αγαπούσε και της ψώνιζε τα χίλια καλά, γιατί ήταν κιμπάρης και νοικοκύρης με όλη την σημασία της λέξεως.

            Η γιαγιά μου με τον μπακαλιάρο της ήθελε ρετσίνα, όπως έλεγε όλα τα λευκά κρασιά τότε, και λάτρευε να πίνει μια που την αποκαλούσε σαμπανιζέ. Εγώ δεν την πρόλαβα, ούτε την δοκίμασα αλλά υποψιάζομαι ότι ήταν κάποιος αφρώδης, λευκός ροδίτης που κυριαρχούσε τότε στην Κεντρική Μακεδονία. Στο μπακάλικο είχαμε όλες τις μπύρες, ο παππούς μου αγαπούσε την henninger γιατί πίκριζε λίγο παραπάνω, και ο πατέρας μου έπινε Amstel ως νέος της εποχής. Από κρασιά σε καμιά πολύ ιδιαίτερη στιγμή κανέναν Μακεδονικό ή Αγιορείτικο του Τσάνταλη. Χύμα δε κρασί , κονιάκ και ούζο, πέρα από τα επώνυμα 12 και Τσάνταλη, είχε η γιαγιά στο μπακάλικο από τους Οίνους Αδάμ, όπως λεγότανε τότε.

            Αφού είχε κάνει όλη την προετοιμασία της η κυρά Νίτσα από τις προηγούμενες μέρες και αποβραδίς, άφηνε μόνο την σκορδαλιά και τις σαλάτες, για να τις φτιάξει μαζί με την μητέρα μου μετά την Εκκλησία, όπου όλη την διάρκεια της Σαρακοστής πήγαινε πριν ανοίξει, και με το πτυσσόμενο καρεκλάκι της, γιατί «δουλεμένη γυναίκα» ήτανε, και την πονούσανε τα πόδια. 

            Δύο μπακαλιάρους τηγανητούς λοιπόν ετοίμαζε η κυρά Νίτσα για τον Ευαγγελισμό, έναν αρτίσιμο, έναν όχι, δύο σκορδαλιές, πέντε σαλάτες, ποτά και μεζέδες, για το ούζο και για την μπύρα, για τους τρείς άντρες της ζωής της, κι έναν μικρό Μπεζεβέγγη όπως μ’ αποκαλούσε, κι αφού έτρωγε με μεράκι και με όρεξη, έφευγε πρώτη από το τραπέζι για να πάει να δει το έργο στην τηλεόραση. Το πλύσιμο των πιάτων κλπ ήταν διαδικαστικά και αρμοδιότητα άλλων. όχι τόσο βαριών χαρτιών στην οικογένεια μας. Η γιαγιά μου προερχόταν ως Βλάχα από μια μητριαρχική, βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια. Προσαρμόστηκε σε ένα πιο αγροτικό και πρώιμο ίσως αστικό περιβάλλον προσφυγικής προέλευσης,  με έναν άντρα με πολύ ισχυρή προσωπικότητα από την Ανατολική Θράκη κι ότι αυτό συνεπάγεται. Λάτρεψε και λατρεύτηκε από τους γιους της και τον άντρα της, που σπεύδανε σε κάθε της κλήση και δεν της χαλάγανε χατίρι. Έζησε για την παράδοση , για την εκκλησία, για την τιμή και το «καλό όνομα» , «το καθαρό το ετούτ層 όπως έλεγε. «Η Νίτσα η Βλάχα με τ’ όνομα είμαι εγώ», τόνιζε με περηφάνια, και μου φαινότανε υπερβολικό τότε, και λίγο κωμικό ίσως. Η κυρά Νίτσα όμως ήτανε για όλους κυρά, έκανε το κουμάντο της, έδινε πολλά αν και ήταν οικονόμα για τον εαυτό της , εκτιμούσε το καλό, το ακριβό και κυρίως πίστευε. Πίστευε στην Ορθοδοξία, στην Ελλάδα, στο Δίκαιο και στους καλούς ανθρώπους σύμφωνα με τα βιώματά της. Είχε ζήσει πόλεμο, εμφύλιο, πείνα, άνθιση, χαρές και πίκρες μεγάλες. Ανέφερε την κυρά Θανάσω, την κυρά Παρασκευούλα μεγαλύτερες κυρίες της πρώτης της γειτονιάς , ως πηγές της σοφίας της, γιατί αυτή τίποτε δεν ήξερε όταν ήρθε κορίτσι στο Λαγκαδά, κι άκουγε όλη μέρα εκκλησία στο ραδιόφωνο της Μητρόπολης. Μια φορά κατά λάθος άκουσε κι εκπομπή άλλου δόγματος κι έγινε έξαλλη όταν της το είπα. «Κι αυτοί οι ρουφιάνοι με γέλασαν. Και πως τους αφήνουνε να βγαίνουνε στο ράδιο;» Συγκινούνταν εύκολα , θύμωνε εύκολα, ξεθύμωνε και συγχωρούσε ακόμα πιο εύκολα, κι αγαπούσε και την αγαπούσε όλος ο κόσμος. Έβριζε , χρησιμοποιούσε παρατσούκλια, μισούσε της ζημιές στο νοικοκυριό της, τις οποίες συγχωρούσε μόνο σ’ εμένα και στον συγχωρεμένο τον θείο μου το Σάκη. Τις δυο μοναδικές πληγές της, τις δυο αδυναμίες της.

ŸR

            Ήθελα να μιλήσω για τις επιλογές, τις διαφορετικές της παρασκευής μπακαλιάρου για τον Ευαγγελισμό τον φετινό, αλλά παρασύρθηκα. Για μένα πάντα η καλύτερη επιλογή , η πιο γκουρμέ αν  θέλετε θα είναι η κλασσική συνταγή της κυρά Νίτσας, με τα δυο κουρκούτια, κι ας τρώω ο «Οθωμανός» αυγό στο ένα κουρκούτι. Θα ανοίξω κι ένα καλό ασσύρτικο από τα φθηνά της Ηπειρωτικής Ελλαδος, ή ένα Σαρντονέ βαρελάτο, ή ακόμη και μια καλή εμφιαλωμένη ρετσίνα. Ίσως και Σαββατιανό που παλεύει άνετα την αψάδα της αλμύρας του μπακαλιάρου και του σκόρδου. Θα πιω πρώτα όμως ένα ποτήρι τσίπουρο από αυτό που παίρνει ο πατέρας μου από τους θείους μου το Στέριο και τον Κώστα από το χωριό, και θα τσουγκρίσω μαζί του, έτσι για να την θυμηθούμε καλύτερα τη «μάκα», όπως αποκαλούσε τη γιαγιά μου, που θυμάμαι κάθε δεύτερο λεπτό. Γιατί δεν έλεγε λίγα, Έλεγε πολλά. Όλα με τόνο, όλα με πάθος και με νεύρο, όλα με αναφορά, όλα σωστά. 

ΥΓ 1

Η γιαγιά μου ήταν βαφτισμένη Ελένη, αλλά όλοι την φώναζαν Νίτσα, και ακόμη και στην αστυνομική της ταυτότητα ήταν γραμμένη Νίτσα. Κ΄άτι παραπάνω ξέρανε τότε για την ταυτοποίηση τα όργανα ασφαλείας. Κανείς δεν την ήξερε Ελένη. Νίτσα την ξέρανε.

ΥΓ2

Είναι περίεργη η εμμονή μου με τον τηγανητό μπακαλιάρο. Θα μπορούσα να πω ότι είναι το αγαπημένο μου πιάτο, ίσως λόγω του φορτισμένου των αναμνήσεων που κουβαλάει για μένα. Φημισμένα τα «μπακαλιαράκια» του κέντρου της Θεσσαλονίκης, αποτελούν γκουρμέ θεσμό για την πόλη. Αγαπημένη μου εκδοχή και πιάτο , είναι ο φρέσκος ο μπακαλιάρος με πατάτες στο νταβά, μισές πουρέ , μισές μισολιωμένες όπως τον κερνάνε σε μεγάλες γιορτές στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος «Ρωσσικό» στο Άγιον Όρος που είχα την τύχη να φιλοξενηθώ.

Κάτω σας παραθέτω μια δημοσκόπηση για την γαστρονομική επιλογή της μέρας ανάλογα με τα trends όπως τέθηκε πριν από πέντε ημέρες στο X , πρώην Twitter. Από τα 2.832 άτομα που την είδαν, έλαβαν μέρος και ψήφισαν 227. Από αυτούς ποσοστό 59,5% ψήφισε παραδοσιακό τηγανητό μπακαλιάρο με κουρκούτι και σκορδαλιά , 5,7 % σκορδαλιά με παντζάρι , σκορδαλιά με ψωμί καρύδι 34,8%, σκορδαλιά καρότο κανένας, αν και αποτελεί επώνυμη γαστρονομική πρόταση. Φρέσκο ψάρι χωρίς σκορδαλιές προτίμησαν κάποιες νεαρές κυρίες με ιδιαίτερα θέματα υγείας. Όχι στον βακαλάο είπε επίσης κάποιος κύριος, που αντιπαθεί το παστό από ότι κατάλαβα. Αλιάδα με πατάτα, προσέθεσε κάποια πολύ ενημερωμένη γαστρονομικά κυρία από την Ζάκυνθο. Πίστη στην παράδοση ορκίστηκε πολύ καλή, διαδικτυακή φίλη, εκπαιδευτικός. Εγώ ξ΄έρετε, παράδοση και κυρά Νίτσα με φανατισμό.

Αυτή ήταν η δημοσκόπηση:

Εναγώνια ερωτήματα για τον Ευαγγελισμό. Μπακαλιάρος παστός τηγανητός με σκορδαλιά, ή μπακαλιάρος τεμπούρα και γκουρμεδοντεμέκ ξερώ γώ; Ή φρέσκο ψάρι για τους πλούσιοι με χειροποίητες σως και μαγιονέζες χτυπημένες από νεράιδα; Παράδοση ή trend. Ολντσκούλ ή νεωτερισμός;

  • σκορδαλιά με πατάτα

59,5%

  • σκορδαλια με παντζάρι

5,7%

  • σκορδαλιά ψωμί καρύδι

34,8%

  • σκορδαλιά καρότο

0%

227 ψήφοι·1 ημέρα ακόμα

10:31 π.μ. · 18 Μαρ 2026

·

2.832

Προβολές

Καλά να περάσουμε. Καλή λευτεριά κι ειρήνη στον κόσμο. Χρόνια πολλά.

Σχολιάστε