Κρασιά και ταινίες Season 2 Vol 8 Leon, Λευτέρης και Τρανσφόρμερς.

Καιρό είχαμε να προτείνουμε ταινία και κρασί. Δεν προλάβαμε για το Πάσχα και αναδημοσιεύσαμε το περσινό πασχαλιάτικο το «Σανδάλια και Μπουκάλια». Και ο Αντ1 βέβαια το ίδιο πρόγραμμα βάζει αυτές τις μέρες, οπότε έχουμε το ελαφρυντικό της παράδοσης ή τουλάχιστον της κοινής πρακτικής. Λίγο η βαρεμάρα, λίγο η έλλειψη έμπνευσης, λίγο τα “πονήματα τεχνητής νοημοσύνης” μας στέρησαν την διάθεση. Για τους λίγους όμως φανατικούς επανήρθαμε με την χιλιοτραγουδημένη επωδό: «και για το πείσμα σας κουφάλες θα αντέχω».

Το κρασί που θα προτείνουμε το δοκιμάσαμε στο πρόσφατο wine show, που διεξήχθη στις εγκαταστάσεις της Hellexpo στη Θεσσαλονίκη, όπου αναζητούσαμε με πάθος το κόκκινο του φετινού Πάσχα. Ψάχναμε και το δηλώναμε σε όλους τους εκθέτες, που με ιδιαίτερη ευγένεια μας έκαναν τις προτάσεις τους για ένα ερυθρό οίνο να πλαισιώσει το ψητό λαμπριάτικο αρνί , το κοκορέτσι κτλ.  Σήμερα, μαζί με μια κορυφαία ταινία από το παρελθόν, θα σας δώσουμε και τον ερυθρό οίνο που προκρίναμε με την δική μας λογική και γούστο, ως άξιο να συνοδέψει κάθε ιδιαίτερη στιγμή μας, με το “comme il faut” barbeque της Πρωτομαγιάς. Ως γνωστόν η Πρωτομαγιά δεν είναι αργία είναι απεργία, και όπως κάθε κινητοποίηση, θέλει ψηστήρι και καυτή καρνική πρωτεϊνη. Νηστικό αρκούδι δεν απεργεί. Ο ήλιος δεν γυρίζει χωρίς φαϊ πολύ. Τον Μάη ξενέρωτος δεν τον έπιασε κανείς.

Σήμερα δεν έχουμε βιβλίο και μετά ταινία. Έχουμε σενάριο και σκηνοθεσία από έναν αρτίστα του κινηματογράφου, τον εμβληματικό Ζαν Λυκ Μπεσόν. To «Λεόν» ο επαγγελματίας, “Leon the professional” είναι η επί σειρά ετών αγαπημένη ταινία του επιστήθιου φίλου του γράφοντος, Λευτέρη. Ο Λευτέρης λοιπόν στα πρώτα κινηματογραφικά μας περπατήματα, όταν πρωτοέπαιρνε το Ford Orion του κυρ Δημήτρη του πατέρα του, με το που πήρε το δίπλωμα οδήγησης στα δεκαοκτώ, λάτρευε τις ταινίες δράσης. Έμπαινες στο εφηβικό τότε δωμάτιο του Xennial Λευτέρη, και αντίκριζες στα δεξιά τον Συλβέστερ Σταλλόνε με ράμματα στο δικέφαλο και Μ16 να επιστρέφει μετά το “Πρώτο Αίμα», και από την άλλη τον Jean Claude Van Damme φουλ γραμμωμένο και έτοιμο για μάχη στην κινηματογραφική αφίσα του «bloodsport” του 1988. Τρελός με την γυμναστική, το body building και την κινηματογραφική παλικαριά του Rοcky, του Rambo, τα σπαγγάτα του Ζαν Κλωντ και τις ιαχές της γάτας, του μόνο θνητού που τόλμησε να κερδίσει τον Chuck Norris, έστω και στα ψέμματα, έστω και σε σκηνή του «the way of the dragon”, Bruce Lee, o ήρωας μας και παιδικός μου φίλος είχε την κακή ή καλή συνήθεια να ενθουσιάζεται με τα κινηματογραφικά τρέιλερς.

Από Machete kills – Έργο αυτού που το ανεβάζει, CC BY-SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=65498967

Ήμασταν παιδιά της βιντεοκασέτας και της Ερτ2. Ψάχναμε παντού για δεδομένα, για συγκίνηση, για αδρεναλίνη. Ακόμη και φθηνή. Ο Λευτέρης είχε ανακαλύψει τότε το Village Center της Θεσσαλονίκης. Περιφερειακός, ιλιγγιώδεις ταχύτητες με το Ford Orion του πατέρα του, και cheeseburger από τα goodys. Τα κρύβαμε στο μπουφάν γιατί δεν αφήνανε μέσα στην αίθουσα φαγητό από αλλού, κι αγοράζαμε από το κυλικείο  ποπ κορν μέγαλο και κόκα κόλα. Μέσα σιωπή και ευλάβεια  κατά την διάρκεια των trailers, των προσεχώς, των διαφημίσεων, και του dolby surround δοκιμαστικού του ήχου. Μόνο ένα, «αυτό πρέπει να το δούμε», όταν βλέπαμε κάτι εντυπωσιακό. Πάτα κιούτα τις μπουμπούφκες και ρούφηγμα ψυχής με το καλαμάκι την κόλα. Εκεί πάθαμε την ζημιά. Είδε ο Λευτεράκης το trailer του Leon. Ενθουσιάστηκε, έπαθε κολούμπρα όπως λέγαμε τότε. Το κόψιμο του Μπεσόν στο τρέιλερ με την δράση στο κόκκινο και το βλέμμα του Ζαν Ρενό, που ψιλοέμοιαζε με του Λευτέρη όταν τον απογοήτευε κάτι ή κάποιος, τον μάγεψε και ταυτόχρονα τον εξιτάρισε. «Πρέπει να την δούμε αυτήν την ταινία όπως και δήποτε» μου είπε.  Εγώ λάτρευα τις ταινίες, αυτοκίνητο δεν είχα, ούτε είχαμε στην οικογένεια τότε, παρά μόνο ένα φορτηγό που κουβαλούσε ζώντα ζώα, ήδη νομής και οικοδομικά υλικά, ένευσα ναι, χωρίς να το σκεφτώ καθόλου, και χωρίς, η αλήθεια είναι, να δώσω και πολύ σημασία στο trailer του Leon, «Le professionel .

Επί ένα μήνα συζητήσεις με τον Λευτέρη για το Leon, και πότε θα το παίξει,  ενώ παράλληλα βλέπαμε κι άλλες ταινίες και καλές και κακές. Εμένα μου αρκούσε και μόνο η μυρωδιά του ποπ κορν και ο ιδιαίτερα επιβλητικός ήχος που άφηνε το dolby surround. Αυτός ο ήχος ένιωθα τότε, ότι ανάβλυζε μέσα από το στομάχι μου, όπως εκείνες οι πρώτες πεταλούδες του εφηβικού έρωτα που σου κόβουνε τα πόδια, όταν την συναντάς τυχαία. Τελικά μετά από τρεις τέσσερις εβδομάδες ήρθε η πολυπόθητη στιγμή. Μπήκαμε μες στην αίθουσα με τις μεγαλύτερες προσδοκίες από τον Λευτέρη, και μια σχετική ουδετερότητα από εμένα. Για να πω την αλήθεια, ποτέ δεν με ενθουσίαζαν τα «πλακώστε τους, σουβλίστε τους , σκοτώστε τους» όπως χαριτολογούσε ο Χάρυ Κλυν. Ο Λευτέρης τρελαμένος και μόνο με την φιγούρα του Ρενό με το στρόγγυλο γυαλί ηλίου, το χοντρό μάλλινο παλτό, το κοντό πάνω από τον αστράγαλο παντελόνι και την λευκή κασκορσέ περίμενε μάχες σώμα με σώμα , πολεμικές τέχνες και “γκάνια”. Κι εντάξει ούτε η δράση έλειπε ούτε τα “γκάνια“. Μπράτσα και μούσκουλα όμως δεν παίζανε. Κι η δράση έντονη μεν , έχανε όμως από τις υποκριτικές εκρήξεις του καλύτερου κακού όλων των εποχών Gary Oldman, από τον σιωπηλά επιβλητικό και εξαιρετικό Ρενό, ίσως στην καλύτερη ερμηνεία της μεγάλης του καριέρας, και της μικρούλας τότε Νatalie Portman, που έκαιγε καρδιές από τα μικράτα της. Σας το έχω εξομολογηθεί και στο παρελθόν, ότι από πολύ μικρός ήμουν καψουρεμένος μαζί της. Πρώτα με την Audrey Hepburn και μετά με την αγαπημένη του Anakin Skywalker, του Θωρ και της μούσας του Αρονόφσκυ στον Μαύρο Κύκνο. Και οι δύο αγαπημένες μου με ιδιαίτερες περγαμηνές στο κλασσικό μπαλέτο και στο χορό πριν την υποκριτική και αυτό με βάζει σε υπόνοιες για ένα συγκεκριμένο επαναλαμβανόμενο μοτίβο, αλλά μάλλον είναι ιδέα μου. Όπως ιδέα μου λένε κάποιοι ρηχοί και επιφανειακοί ό,τι είναι που είμαι ήρωας από άλλο πλανήτη, σε μυστική αποστολή κομήτης.

Πρώτη σκηνή, κίτρινο ταξί, δρόμοι της Νέας Υόρκης, μικρή Ιταλία όπως λεγότανε η συνοικία των Ιταλών στην μεγάλη πόλη, και μαγκιά με το καλημέρα από τον Besson, με πλάνο στην αντανάκλαση, που αποτυπώνεται στο στρόγγυλο φακό του γυαλιών ηλίου του Reno. H αλήθεια είναι πάντα λιγότερο γοητευτική, και σίγουρα όχι τόσο ρομαντική όσο θα θέλαμε να είναι, αλλά αυτό το πρόσεξα την τέταρτη φορά που είδα την ταινία πρόσφατα, και φυσικά όχι την πρώτη, όχι στην αίθουσα. Παιχνίδι με τον αναπτήρα , αμήχανο και νευρικό ξεκίνημα μιας σύντομης, αλλά μεστής επαγγελματικής συζήτησης, τότε που το τσιγάρο ήτανε προέκταση του χεριού. Ούτε αξεσουάρ με ηλεκτρόδια , ούτε κακή συνήθεια , ούτε ταμπού.  Μιλάμε για την εποχή που απαγορεύονταν η διαφήμιση των τσιγάρων στην τηλεόραση αλλά στον κινηματογράφο και στις αφίσες τα άλογα του Marlboro lights καλπάζανε ελεύθερα στα λιβάδια.  Τα διαδοχικά ασύμμετρα σχεδόν close ups του Βesson (που θυμίζουν Sergio Leone)  μας επαναφέρουν στην little Italy των 90ς  εκεί που το τσιγάρο του χοντρούλη εστιάτορα μαφιόζου, κάνει κοντράστ με το γάλα του φιτ ανέκφραστου εκτελεστή. Είναι ελεύθερος την Τρίτη . Μπορεί. Θα το κάνει. Έτσι απλά με δυο λόγια είμαστε ήδη στο σύμπαν του “Επαγγελματία” του Besson.  Λίγα λόγια, κυνισμός, ψυχρότητα, κανόνες.

Δεύτερη σκηνή, μπαίνουμε ακόμα πιο βαθιά. Δεύτερος όροφος, ανοίγει το ασανσέρ αφήνει ένα πτώμα. Αποκαλεί Τόντο έναν Ιθαγενή Αμερικάνο , κλασσικός ρατσιστικός νεολογισμός δανεισμένος από τον «Lone Ranger” . Σκοτώνει με μύριους τρόπους ο ήρωας μας. Δεν λείπει φυσικά η χαζή γκόμενα με το μαλλί λάχανο. Οld time classic μη πω και κλισέ. Αν το σκηνοθετούσα εγώ, πρώτα αυτή θα σκότωνα, αλλά εγώ δεν είμαι ο Besson. Δύο ούζι στα χέρια και ο ντρούλης έντρομος. Πολλά και διαφορετικά στοιχεία στο ίδιο κάδρο, αν και ο Besson είναι λιτός στα γύρω γύρω. Ευρηματικά πλάνα, παιχνίδι με το φως και ξαφνικά στιλέτο πίσω από το τηλέφωνο στο λαιμό. Εδώ μας προϊδεάζει για τον επαγγελματισμό και την φονικότητα του Leon. Στο τελευταίο επίπεδο του εκτελεστή , αυτός σκοτώνει άμεσα με μαχαίρι, μας λέει αργότερα ο Τόνυ. Άρα ο Λεόν είναι τοπ. Τα ξέρει τα μυστικά του Hit man. Δώσε του να καταλάβει, και ρώτα τον αν κατάλαβε, του δίνει οδηγίες από μακριά ο Μαουρίτσιο. Κατάλαβες τον ρωτάει ο ‘επαγγελματίας» κατάλαβα λέει κι ο χοντρός.  Μας έχουν μείνει τα ποπ κορν αφάγωτα από την  ένταση της σκηνής.

Ενδυματολογικά παθαίνουμε μια 90s ζημιά. Ο Βesson ντύνει τον χαρακτήρα του μετανάστη Ιταλού, που έγινε hitman ή κατά το σενάριο “cleaner”, σαν άστεγο . Μακρύ, βαρύ, τρίχινο oversized φαιό η σκουρογκρίζο παλτό πάνω από κασκορσέ και παντελόνι τότε ντροπή, σήμερα μόδα, «ο σχωρεμένος ήτανε ψηλός» με μπατζάκι πάνω από τον αστράγαλο. Η μικρή μας Matilda στο καμουφλαρισμένο ρόλο της ανυπεράσπιστης, πολύ μικρής όμως ηλικιακά ενζενύ, (γι’ αυτό επικρίθηκε έντονα ο Ζαν Λυκ) είναι μια πρώιμη influencer. Φτηνό ζακετάκι με απομίμηση δαντέλας πάνω από Τ shirt, ένα χαζό τσόκερ στο λαιμό και παντελόνι κολάν από μακό με εμπριμέ  κινούμενα σχέδια. Καπνίζει τσιγάρο στα σκαλιά χτυπημένη στο πρόσωπο. Τι έγινε; Η κλασσική απάντηση. Τίποτα. Μην  πεις στον πατέρα μου για το τσιγάρο.

Εξακολουθούν αυτά τα δραματικά, ανισόπεδα θα έλεγε κανείς close ups του γάλλου σκηνοθέτη, και μας καδράρουν  έναν ιδανικό villain  του κινηματογράφου σ’ έναν από τους ρόλους που τον καθιέρωσαν. Gary Oldman, στο ρόλο του σαδιστή στα όρια της ψύχωσης, φονικού, «βρώμικου» μπάτσου της δίωξης που πουλάει ναρκωτικά. Φήμες δε λένε ότι ο Oldman στην προσπάθεια του να υπερτονίσει τις προσωπικές του υποκριτικές ικανότητες έχοντας διαγνώσει την σημασία του συγκεκριμένου ρόλου αλλά και της ταινίας, εκνεύρισε με τις μούτες του και έναν υποβόσκων βεντετισμό τον Ρενό που του είπε :δεν πρόκειται για σένα» κι έφυγε θηριώδης και εκνευρισμένος από το σετ για να μην τον πλακώσει. Μετά λόγω ωριμότητας και ιδιοσυγκρασίας επέστρεψε με αμοιβαίες συγνώμες. Αλλά λίγο έλειψε να τιναχθεί η παραγωγή στον αέρα. Έπιασε ρίζες όμως, όπως το φυτό εσωτερικού χώρου στο τέλος της ταινίας και δεν πρόκειται περί σποϊλεριάς.

Τα παραείπα όμως και σκοπός μας εδώ είναι κυρίως να προτείνουμε και όχι να αναλύσουμε. Πάμε λοιπόν στην γαστρονομική και οινική μας πρόταση για την Πρωτομαγιά το Μεσημέρι και ότι μείνει για να συνοδέψουμε το «Λεόν» το βράδυ. Η καλύτερη φάση στο barbeque της Πρωτομαγιάς πέρα από την συνδικαλιστική, αγωνιστική χροιά που έχει, είναι το ελεύθερο θέμα. Μοιάζει λοιπόν το Πρωτομαγιάτικο μενού της φου φου, όπως την αποκαλούμε στον τιμημένο Ελληνικό Βορρά με την βαλίτσα με το οπλοστάσιο του Λεόν. Πάρε πάρε πάρε, που έλεγε κι  ο Ζουγανέλης και παίζει ποικιλία και mixed grill. Κοτόπουλο φιλέτο, στήθος ή μπούτι, μπριζόλα, παντσέτα χοιρινή, μπιφτέκι , λουκάνικο , παϊδάκι, αρνί σούβλα και δεν συμμαζεύεται από κρέατα. Κάθε είδους σαλάτα από μαρούλι , σγουρή λόλο ρόσσο μέχρι αγκουροντομάτα, τυριά κάθε είδους, αλοιφές ρωσικές, χτυπητές , καφτερές , κόκκινη αυγοσαλάτα. Λακέρδες, ρέγγες και αλίπαστα και χάνεται η μπάλα. Ασυναγώνιστη η ποικιλία της Πρωτομαγιάς.

Όλη αυτή η ποικιλία καλεί αυστηρά για την χρήση παίχτη κλειδιού, που να παίζει πάνω από ένα ρόλους στο γρασίδι του Μάη. Ρετσίνα λοιπόν πατρογονική και απαράλλαχτη ανά τις χιλιετίες, με το άρωμα του πεύκου και του αμφορέα, που την κουβαλούσε στο καράβι ο αρχαίος Έλλην. Μια ποιοτική ρετσίνα, λίγο πιο αναβαθμισμένη από τις πολύ κοινές εμπορικές ετικέτες πάει με όλο το λαϊκό κόνσεπτ της εργατικής Πρωτομαγιάς. Υπάρχουν πλέον αρκετές πιο εκλεπτυσμένες και γαστρονομικές εκδοχές αυτού του πιο ελληνικού και πιο αδικημένου οίνου της Ελλάδας με το όνομα του οποίου, κάποιες προηγούμενες γενιές αποκαλούσαν ισοπεδωτικά κάθε Λευκό Κρασί. Άριστες επιλογές ανάλογα με το που ζει ο καθένας και σε πια κάβα θα απευθυνθεί είναι: το περίφημο «Δάκρυ του Πεύκου» του Κεχρή με την διακριτικότητα του πεύκου στην σύνθεση ενός πολύπλοκου και ιδιαίτερα αξιόλογου οίνου που τιμά τον όρο Ρετσίνα , ο «Αφρός» επίσης από τον Κεχρή σ’ αυτήν την «σαμπανιζέ» εκδοχή της ρετσίνας που λάτρευε η γιαγιά μου, η ρετσίνα “Origins” του Παπαγιαννάκου με τα ιδιαίτερα αρώματα και χρώματα του Σαββατιανού, που δικαιώνει την φήμη των Μεσογείων με το βαθύ χρυσαφί χρώμα, την μακρά επίγευση ανθόμελου, πεύκου και λάιμ που αφήνει,  την “one off” ρετσίνα που πρόεκυψε από την συνεργασία του Φοίβου Παπαστρατή με την Ελένη Κεχρή, γι’ αυτούς που είναι και λίγο πιο ανοιχτοί σε ένα υψηλότερο κόστος. Κάλλιστα θα μπορούσε να σταθεί στο πρωτομαγιάτικο ψηστήρι μας και το “orange Wine” από την Καβάλα, το περίφημο Rozaki Orange Amphora του κτήματος Τσικρικώνη

??

που αποδίδει σ’ αυτήν  την αγαπημένη ποικιλία που καλλιεργούνταν παλιότερα και στην περιοχή μας κυρίως ως επιτραπέζια, μια ανθική πολυπλοκότητα και μαγκίτικη οινοποίηση και καθιστά το συγκεκριμένο «πορτοκαλί» ένα από τα καλύτερα Ελληνικά που έχω δοκιμάσει. Πολύ καλή πρόταση το Assyrtiko από την ASTIRX εξαιρετικά οινοποιημένο και προσεγμένο σε μια αχτύπητη τιμή έρχεται και κερδίζει τις εντυπώσεις και το φετινό καλοκαίρι χωρίς να έχει για μένα να ζηλέψει τίποτε, από άλλες πιο νησιώτικες αλλά και πιο «αλμυρές» επιλογές. Εδώ μιλάμε για βράδυ, κοτόπουλο φιλέτο, στο γκριλ, στήθος ή μπουτάκι, ακόμα και παντσετούλα ή χοιρινή μπριζόλα κάρβουνο και η ζέρμπερά μας θα πιάσει ρίζες.

??

 Είπαμε όμως θα προτείνουμε premium ερυθρό να ταιριάζει με την λιπαρότητα μιας μοσχαρίσιας σπαλομπριζόλας, ή αρνί σούβλας, ή παϊδάκι κατ’ αρχήν. Εδώ μετά από πολύ μελέτη και πολλές και αξιόλογες προτάσεις που δεχθήκαμε από Έλληνες Οινοποιούς στο πρόσφατο  Wine Show που έλαβε χώρα στις εγκαταστάσεις της Hellexpo στη Θεσσαλονίκη, καταλήξαμε στο “Optimus” της GAIA Wines του οινοποιείου από την Νεμέα με την σπείρα της χρυσής αναλογίας στο Λογότυπο. Καταλήξαμε σ’ αυτό το blend Αγιωργήτικου με Βερτζαμί, από ένα μοναδικό αμπελοτόπι στο Κούτσι της Νεμέας σε υψόμετρο 550 μέτρα,καλλιεργημένο με ιδιαίτερη προσοχή και αυστηρότητα. Δοκιμάσαμε αυτό του 2021, πληθωρικό νόστιμο και με στρογγυλεμένη μεν τανίνη, αλλά φτιαγμένο για το μέλλον όπως η Ντελόριαν του Μάρτυ Μακ Φλάη, και με πολλά να δώσει ακόμα. Σύνθετο αρωματικά, και λόγω φρούτου και λόγω 18 μηνης παραμονής σε δρύινο βαρέλι, βγάζει αυτό το κατεργασμένο, κόκκινο φρούτο, μπορντώ βυσινένια μαρμελάδα, μπλούμπερυ, μαρασκίνο λικέρ, σε ένα συνδυασμό με κανέλα , γαρύφαλο σκούρο δυνατό εσπρέσσο και ποιοτική κουβερτούρα αρωματικά. Απίστευτη πολυπλοκότητα στα αρώματα, που αργούν να ανοίξουν είναι η αλήθεια, και με επίγευση και δυναμικό, για το οποίο έπεται μεγαλοπρεπής συνέχεια. Καλό θα ήταν να μην το κάψουμε χωρίς την ανάλογη premium επιλογή μιας καλής σπαλομπριζόλας Black Αngus ή ακόμα και κοπής από Wagyu ή ενός πολύ καλού bon fillet.  Λόγω της τιμής του  (πάνω από 100 Ευρώ νομίζω),  μας καλεί για μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή αν είναι κανείς κοινός θνητός όπως εμείς. Από τη στιγμή που το δοκίμασα όμως, τριβελίζει το μυαλό μου.

Το δε όνομα «Optimus» από μια καταπληκτική σύμπτωση έρχεται και κάθεται ασορτί με το “Leon”. Στη σωρεία των Easter Eggs του «Επαγγελματία» λοιπόν και ο Optimus Prime από τους Transformers που παρακολουθεί στην τηλεόραση η μικρή Matilda με το επίθετο το όνομα του Lando Kalrishean, όπως και του αρχηγού των Ντισέπτικονς του κυρίου Megatron. Από αυτά που και να θέλαμε να τα κάνουμε δεν μπορούμε. Τέτοια σύμπτωση. Άσε δε την ακολουθία των πρώτων αριθμών του Φιμπονάτσι στην ετικέτα της φιάλης.

ΥΓ 1. Άλλο αγαπημένο Easter Egg, o αγαπημένος του Besson, Gene Kelly να χορεύει με πατίνια σε σκηνή από την “it’s always fair-weather” του 1955. Φήμες δε λένε, ότι τα πατίνια είναι δικά του και τα είχε φέρει από το σπίτι του, που ήταν κοντά στο σετ τότε. Μέχρι την Πρωτομαγιά αγωνιστικούς χαιρετισμούς φαϊ και ποτό υπεύθυνο. Και μετά το ποτό ποδαράκια ή ταξί. Ούτε πατίνι , ούτε ποδήλατο ούτε αυτοκίνητο.

ΥΓ 2. Ο φίλος μου ο Λευτέρης εδώ και σειρά ετών μου φέρνει λίγο πριν τα Χριστούγεννα τα σκαρπίνια και τα μποτάκια της χρονιάς δώρο, υποχρεώνοντας τον πατέρα του, τον κύριο Δημήτρη να τα φτιάξει. Ένα πανάκριβο δώρο κάθε χρόνο. Δεν είναι κανένας πλούσιος. Παλεύει και αυτός για την οικογένειά του και τα παιδιά του. Έχει όμως από αυτές τις πλούσιες ψυχές, που πολύ σπάνια βλέπει κανείς στη  λίστα του Forbes. Στη δικιά μου όμως τη λίστα μαζί με δυο τρεις άλλους φιγουράρει πολύ ψηλά. 

Σχολιάστε