Ο θείος μου ο Θανάσης παρόλο που ήταν εξαιρετικά ευφυής είχε μια αθωότητα παιδική που δεν έχασε ποτέ όσο ζούσε. Πολίτης του κόσμου, θιασώτης του ποδοσφαίρου, της νύχτας και της καλής ζωής, ήρθε αντιμέτωπος με την “βρωμιά” πολλές φορές. Την συνάντησε. Την γνώρισε. Δεν την ακούμπησε ποτέ. Και πέραν αυτού, και το πιο σημαντικό, δεν την άφησε να του λερώσει αυτήν την αγνή, ρομαντική ματιά του για τον κόσμο, την σχεδόν παιδική.
Με το ίδιο παιδικό βλέμμα έβλεπε και τους ανθρώπους που αγαπούσε, τους φίλους του. Αθώους , αγνούς, παιδιά στην κυριολεξία. Και η συναναστροφή του με αυτούς , με όλο τον αυθορμητισμό και την γλυκιά τρέλα που κουβαλούσε για τον ΠΑΟΚ, για την ΑΠΕΛ , για τα μπουζούκια, έκανε και τους φίλους του να ξαναβρίσκουν αυτό το χαμένο παιδί μέσα τους. Συνήθιζαν πάνω στον ενθουσιασμό αυτής τους της παιδικότητας, να κάνουν πράγματα και θαύματα για χαμένους σκοπούς, αλτρουιστικά , χωρίς κέρδος, καμιά φορά μόνο με ζημιά. Έτσι για το γαμώτο. Γιατί ήταν το σωστό. Γιατί τους φάνηκε καλό στην στιγμή. Για να έχουν να λένε αύριο το πρωί στον καφέ. Αιώνια παιδιά σε σώματα ενηλίκων.
Δεν μιλάμε όμως για ανεύθυνη παιδικότητα ή παλιμπαιδισμό. Ούτε για σύνδρομο του Πήτερ Παν και τέτοιες νεοϊνφλουένσικες αηδίες και εφευρέσεις. Αναφερόμαστε στην γνήσια, ρομαντική οπτική των πραγμάτων, στην αθώα αυτοθυσία, χωρίς να βλάπτεται κανείς. Αν κάποιος δεν τους έχει βιώσει αυτούς τους ανθρώπους , είναι πολύ δύσκολο να το αποδώσει με λέξεις. Το πιο εύκολο για να πιάσει κανείς κάτι από αυτές τις τόσο σύνθετες στην απλότητά τους μορφές, είναι ν’ ακούσει τραγούδια του Στράτου Διονυσίου της δεκαετίας του 80. Να πάει ένα βράδυ τότε στον Τόλη Βοσκόπουλο, ν’ ακούσει τις αναμνήσεις που ξαναγυρίζουνε. Να δει έναν πεντάχρονο πιτσιρικά να χορεύει πάνω στο μπαρ του “sunny drop” ζεμπεκιά και τον Γιάννη Πάριο να τραγουδάει “μου κρατούσες το χέρι στα λασπόνερα, βοήθα Παναγιά μου και μη χειρότερα”. Αν δεν καπνίσει κανείς δυο τρία πακέτα Prince κόκκινο, και δεν πιει δυο Τζόνι στις 12 το μεσημέρι μετά το φραπέ το μέτριο με γάλα, “δεν τελειώσει και μείνει μοναχός” δεν θα καταλάβει τίποτε. Ποτέ δεν θα καταλάβει.
Αν δεν ξεφυλλίσει κανείς με αυτήν την γνώριμη, αλλά σπάνια πια,νοσταλγική μελαγχολία τα παιδικά του όνειρα, δεν θα δει τον Θανασάρα να περιμένει έξω από το πατρικό μας δυο μέτρα μες στον δρόμο.
100 και πλέον κιλά, ήδη ιδρωμένος από άγχος, γιατί είχε αργήσει πέντε λεπτά, περιμένει τον φίλο του τον Θοδωράκη. Βαρύ παιδί αυτός ο Θοδωράκης έλεγε καθώς περίμενε. ‘Αψητο παιδί. Ωμό. Γιατί ο Θοδωράκης συνήθιζε να καθυστερεί. Να το εκμεταλλεύεται το ακαδημαϊκό τέταρτο. Αυτό τον άγχωνε τον Θανασάρα. Φύσει αγχώδης για τον χρόνο και την λεπτομέρεια, τρελαινότανε και με το δευτερόλεπτο καθυστέρησης. Αλλά παντού πηγαίνανε μαζί με τον Ράκη, και πάντα τον βασιζότανε. Έτσι ήταν ο θείος μου. Επιεικής με όλους τους άλλους εκτός από αυτούς που αγαπούσε. Μ’ αυτούς αμείλικτος. Θα στριμωχτούν μέσα στο αγροτικό Νissan του Θόδωρα, τρία άτομα για να πάνε Τούμπα. Ο Θόδωρος ήταν ήδη παλικάρι 20 ετών στις αρχές του 80. Ο θείος μου όμως ο Σάκης έξι χρόνια περίπου μεγαλύτερος συνήθιζε να τον αποκαλεί υποκοριστικά Θοδωράκη. Αυτό το έκανε γιατί τους έβλεπε όλους σαν παιδιά. Έτσι ένιωθε κι ο ίδιος. Αλλά κυρίως το έκανε με τους φίλους του, και τον Ράκη όπως και κάποιους άλλους, τον αγαπούσε . Έτσι και εμείς, που τότε είμαστε πολύ μικροί για να αντιληφθούμε τα μεγέθη των ανθρώπων, αλλά και οι υπόλοιποι της οικογενείας μου, τον Θόδωρα τον φωνάζαμε Θοδωράκη, και τον θεωρούσαμε ένα άτυπο μέλος της φαμίλιας.
Κάθε Κυριακή της δεκαετίας του 80, στα εντός έδρας ματς του ΠΑΟΚ επαναλαμβανότανε η ίδια ιεροτελεστία. Το πρωί από νωρίς καφέδες στο “Sunny Drop”, ένα Τζόνι στα γρήγορα για το Θόδωρα, μία και τέταρτο αναχώρηση για το σπίτι, και φαγητό ήδη έτοιμο. Δύο με δύο και μισή, αναχώρηση για Τούμπα, αναλόγως με το τι ώρα έπαιζε ο ΠΑΟΚ. Τότε, που δεν υπήρχαν τα τόσο ακριβά τηλεοπτικά δικαιώματα, και τους αγώνες κάλυπτε αποκλειστικά η ΕΡΤ και η Αθλητική Κυριακή, (και αυτή με αποσπάσματα), το χειμώνα οι αγώνες άρχιζαν 4 και 4.15, 3.30 το μεσημέρι στο καταχείμωνο, και όταν καλοκαίριαζε 5 και 5.30. Εκείνη την εποχή προβολείς και φωτισμό για νυχτερινούς αγώνες διέθεταν μόνο τα πολύ μεγάλα γήπεδα, ένα από τα οποία ήταν και η Τούμπα. Στην Τούμπα βέβαια οι περισσότεροι Ευρωπαϊκοί αγώνες, τα καλοκαιρινά φιλικά και ορισμένοι αγώνες κυπέλλου γινότανε βράδυ, τους θερινούς μήνες τουλάχιστον, αλλά και για λόγους που είχανε να κάνουν με την ανοιχτή ή κλειστή αγορά της Θεσσαλονίκης. Μιάμιση, δυο ώρες πριν τον αγώνα ήμασταν πάντα εκεί για ένα γρήγορο διπλό λουκάνικο στην καντίνα, με μια κοακόλα, και μια τροπικάνα ή ένα σάμαλι μετά. Μία ώρα πριν την έναρξη του αγώνα, τουλάχιστον, επιβάλλονταν η είσοδος στο γήπεδο, και κους κους με φραπεδάκι και ροξάκι στο κυλικείο της θύρας ένα, για τα νέα αποκτήματα, και το τι θα κάνουμε σήμερα, μέχρι να βγει η ΠΑΟΚΑΡΑ για προθέρμανση. Εκεί γινότανε ο χαμός. Ο Θόδωρας συνήθιζε να πειράζει με φωνές που μοιάζανε με γάτα , με συρίγματα και κραυγές ινδιάνικες έναν από τους τότε φροντιστές του ΠΑΟΚ, τον Κόκοτα. Δεν μάθαμε ποτέ αν αυτό ήταν το όνομά του ή το επίθετό του ή κάποιο προσωνύμιο που του είχε δώσει η Τούμπα ή τ’ αποδυτήρια.
Σσσσσσσσ Κοοοοοοο κοοοοο τααααααα φώναζε ο Θοδωράκης. Γυρνούσε ο άνθρωπος, που προσπαθούσε να μοιράσει μπάλες και φανελάκια για την προθέρμανση, και χαμογελούσε. Βολεύτηκες κουφάλα φώναζε ο Θόδωρας με ψιλή, συριχτή, με πρόθεση αλλαγμένη φωνή. Ψάχνονταν ο Κόκοτας να βρει ποιος τον φώναζε από την θύρα 1 ή 2 της Τούμπας, αναλόγως με την χρονιά, και το πόσο έφταναν τα οικονομικά για το διαρκείας. ‘Έγινες Φιλιππινέζα του Βουλινού , φώναζε ο Θοδωράκης και ξεραινόμασταν στα γέλια. Με τον καιρό ο Κόκοτας που στην αρχή έψαχνε να βρει ποιος είναι , τον έμαθε, και περίμενε εναγωνίως την στιγμή που θα τον καλούσε ο Θοδωράκης από την κερκίδα. Άλλωστε ήταν και συνάδελφοι.
Ο Κόκοτας εκτελούσε και χρέη τραυματιοφορέα στον ΠΑΟΚ και στην Τούμπα. Καμιά φορά δε, φόρτωνε με το ζόρι τους αντιπάλους που σωριαζότανε και κάνανε τον τραυματία για καθυστέρηση, και τους ξεφόρτωνε “ανατροπή”, λες και ήταν ήδη νομής και χωματουργικά υλικά. Ο Θοδωράκης ήτανε κρεοπώλης αλλά εκτελούσε και χρέη μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ιστορικής ΑΠΕ Λαγκαδά με τον κολλητό του τον Μπέλη, τον θείο μου τον Θανάση, το παλιό του αφεντικό τον Ανδρέα τον Γκογκάκο (πριν αποκτήσει το δικό του κρεοπωλείο ο Θοδωράκης), τον Γιώργο τον Μαρμούρη, τον Στέφανο τον Καρούλια (πιτσαρία Παλέρμο) και κάποιους άλλους που η παιδική μου μνήμη δεν τους έχει συγκρατήσει. ‘Ολοι μαζί είχανε βαλθεί να επαναφέρουν στις εθνικές κατηγορίες, και στην παλιά της δόξα, την ΑΠΕΛ. Ο Θοδωράκης πέρα από τ’ άλλα διοικητικά του καθήκοντα είχε και την μέριμνα του ιατρικού team. Ήταν όλος ο αθλητιατρικός τομέας της FC ΑΠΕ Λαγκαδά δηλαδή, μόνος του. Γιατρός, νοσοκόμος, ΕΚΑΒΙΤΗΣ, τραυματιοφορέας, ψυχολόγος, όλα.

Έτρεχε αμέσως στον αγωνιστικό χώρο, μόλις χτυπούσε κάποιος παίχτης της ΑΠΕΛ, με το ψυκτικό σπρέι στην κωλοτσέπη και το βαλιτσάκι με τα χανζαπλάστς στο χέρι. Γιατρός αγώνα πάντα υπήρχε και συνεργάζονταν η ομάδα με τα πενιχρά της μέσα με ορθοπεδικούς, αλλά εν καιρώ αγώνα, εν καιρώ πολέμου ο Θοδωράκης ήταν όλο το ιατρικό τιμ. Με τον καιρό υπηρεσίας του στα ερασιτεχνικά είχε μάθει να αναγνωρίζει κάθε τραυματισμό, χωρίς να χρειάζεται μαγνητικές τομογραφίες και ακτίνες και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Δεν θέλω να πιστεύω ότι έπαιζε ρόλο και η ανατομία που ήξερε από την χασαπική. Άλλοτε δε συνήθιζε, μαζί με τον Θανασάρα που κάθονταν και οι δύο στον πάγκο, άλλος ως αρχηγός αποστολής, άλλος ως νοσοκόμος, να κάνουν και καμιά μπούκα και να ρίχνουν και τα ιδιαίτερα “γαλλικά” τους στον διαιτητή, τον linesman όπως τότε λέγαμε τους επόπτες, και τους αντιπάλους που δεν κάθονταν καλά. Υποθέτω πως αυτό ήταν το κυρίως μέλημά τους και τ΄ άλλα ήταν τίτλοι ευγενείας και προφάσεις. Αυτά όμως αφορούν άλλο επεισόδιο, και άλλοι ξέρουν καλύτερα να τα πουν. Ο τρίτος του Μπελκάντο, ο Μπέλης γραμματέας του Δ.Σ. της ΑΠΕΛ και μάστερ της νομοθεσίας του ερασιτεχνικού Αθλητισμού, των δελτίων και φόλα Ηρακλάκιας, περίμενε υπομονετικά μέχρι το ημίχρονο για να δώσει γκάζια και μπινελίκια σε διαιτητές και αντιπάλους από το κάγκελο, που οδηγούσε στα αποδυτήρια και καμιά φορά και καμιά ξεγυρισμένη “ρόχα”.
Σήμερα τελευταίος των ρομαντικών ο Μπέλης (κατά κόσμον Δημήτρης Στανούδης), μιας και οι άλλοι δύο πήραν μεταγραφή για μια πιο αγνή, πιο δίκαια, πιο συμπαντική ΕΠΣΜ, είναι παρατηρητής των αγώνων της ΕΠΣ Μακεδονίας και αρμόδιος για την ευταξία και την καταγραφή οιουδήποτε επεισοδίου στα ερασιτεχνικά γήπεδα του Νομού μας, άριστος κυανόκρανος, καθώς κουβαλάει δεκαετίες γηπεδικής εμπειρίας στις μανούρες και στο διπλωματικό σώμα του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου.
Ας επανέλθουμε όμως στο Θοδωράκη. Άλλωστε το παρόν κεφάλαιο ανήκει σ’ αυτόν, και ήδη τον έχουμε αδικήσει. Τον Θοδωράκη κι εγώ και ο θείος μου και ο πατέρας μου , κι οι αδερφές μου τον λατρεύαμε, για δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, πέραν από τις πολλές άλλες ιδιότητές του που τον έκαναν αξιαγάπητο σ’ όποιον τον συναντούσε. Πρώτον για τις παροιμιώδεις ατάκες του, και δεύτερον για το πηγαίο και ιδιαίτερα διαρκές, χαρακτηριστικό γέλιο του. Το μνημειώδες γέλιο του Θόδωρα μπορούσε να κάνει ένα αμφιθέατρο σεβάσμιων γερόντων να κατουρηθεί στα γέλια μόνο με τον ήχο και τον ρυθμό του και ας μην είχαν καν ακούσει το αστείο. Όπως προείπαμε ο Ράκης λάτρευε τους επόπτες, τα λάιτςμαν, linesman βοηθούς διαιτητή, όπως θέλετε πείτε τους. Αυτοί που τότε είχαν φτύσει είκοσι τόνους πασατέμπο στα χαλασμένα τσιμέντα και στα “ξερά”, να βλέπουν Αχιλλέα Τριανδρίας , Π.Ο. Ξηροκρήνης και Ολυμπιακό Τερψιθέας να μάχονται για μια θέση στον ήλιο με τον Εθνικό Πυλαίας , την ΑΕ. Αμπελοκήπων και τον προαιώνιο αντίπαλο της ΑΠΕΛ, τον Παύλο Μελά τους λέγανε “λάιτσμαν’. Όταν λοιπόν ο κύριος λάιτσμαν σήκωνε το σημαιάκι του ή δεν το σήκωνε, και αδικούσε την ΑΠΕΛ ή τον ΠΑΟΚ, ο Θοδωράκης με μια βρισιά που προηγούνταν πολύ χρονικά της γενιάς του, αλλά εξακολουθούσε να αντηχεί όπου παιζότανε η “στρόγγυλη”, προέτρεπε τον κύριο επόπτη να “βάλει την σημαία στον κώλο του και να κάνει το παγώνι.” Η εικόνα που χαράσσονταν αμέσως στο θυμικό του κάθε φιλάθλου , σε συνδυασμό με το στυλ του Θόδωρα που ξεκινούσε ευγενικά και μελιστάλαχτα με το επόπτη , καλέ επόπτη και κατέληγε με το βάλτη τη σημαία εκεί που ξέρεις και παίξε μας national geografic το κάλεσμα του αρσενικού παγωνιού για κουκουβάου, που θα λέγαμε σήμερα, προκαλούσε γέλια αρχικά, και περαιτέρω ακόμη πιο ευγενικά σχόλια της κερκίδας, για τις ζεστές παντόφλες στο κατώφλι, και την ερωτική ζωή της συμβίας του αξιαγάπητου κυρίου “lightsman.”
Σήμερα όμως είναι Τρίτη. Δεν είναι Κυριακή. Και μια μέρα χωρίς αγωνιστική δράση. Για τύπους σαν τον Θοδωράκη, τον Θανασάρα, τον Μπέλη είναι μέρα σάτιρας, κοινωνικού σχολίου με πληροφορίες απόρρητες επιπέδου Γκα Γκε Μπε Σι Αϊ Εϊ και Associated Press , pravda, , ανάγνωσης ευλαβικής “Σπορ του Βορρά” το πρωί, “Θεσσαλονίκης” στις 11 που ερχότανε στον Λαγκαδά, και “Φως” και “Φίλαθλο” κατά τις μιάμιση, δύο το μεσημέρι, που φθάνανε από Αθήνα. Τις τελευταίες τις διαβάζανε για να μαθαίνουνε τα νέα των εχθρών του Νότου από τον “Αποδυτηριάκια”, που τότε έγραφε στον “Φίλαθλο”. Μετά τους πρώτους φραπέδες άρχιζε να γίνεται ο σχεδιασμός για το βράδυ και την επομένη μέρα. Το βράδυ είχε μπουζούκια . Άντζελα Δημητρίου και “ποια θυσία”. Ωραίες εποχές. Από νωρίς κινηματογράφο Ηλύσια, λίγο έργο, περισσότερο ύπνος για να αντέξουν, και μετά μπουζούκια. Ο Θανάσης αποκοιμιόταν καμιά φορά και δίπλα στο ηχείο. Του άρεσε όμως να είναι εκεί, κι αυτό το ήξερε κι ο Θοδωράκης και ο Μπέλης.
Το πως κατάφερναν και χωρούσανε τρεις άνθρωποι το λιγότερο 110 κιλά ο καθένας στο διθέσιο αγροτικό Nissan της δεκαετίας του 1980 του Θοδωράκη, είναι ένα από τα άλυτα ερωτήματα της επιστήμης. Το πόσα έχει ακούσει δε και δει εκείνο το πράσινο αγροτικό του Ράκη, θέλουν πολλά terra μνήμης για να χωρέσουν, άσε που είναι και σε αναλογική μορφή και πρέπει να τα κάνεις λιανά στα ψηφιακά συστήματα.
Όλα καλά.., αύριο τι κάνουμε; λέει ο Θανάσης. Παίζουμε για το (τότε) ΟΥΕΦΑ με την Νάπολι των Μαραντόνα, Αλεμάο, Καρέκα. Χαμός. Του Μαραντόνα που μόλις έχει κατακτήσει το Μουντιάλ του 1986. Όχι η Αργεντινή, αυτός μόνος του. Εννιά η ώρα το παιχνίδι. Πρέπει να είμαστε εκεί από τις 6. “Αύριο θα παίξει η λύση Αντόνιο” λέει ο Θόδωρος, “ρε Θανάς”. “Χωράμε εκεί δεν χωράμε; Ένας εσύ, ένας εγώ, ο Αντόνιο οδηγός, ο Αποστόλης ο αδερφός σου τέσσερις.Άνετοι μέσα στο “peugeot”, το αυτόματο του Αντόνιο που ήταν διχίλιαρο και είχε ένα κιμπάρικο μπορντώ χρώμα. Πολύ προχώ αμάξι για την εποχή. Πολύ Ευρωπαϊκό. Δεν κυκλοφορούσαν και πολλά τέτοια αυτοκίνητα τότε.
Εδώ όμως πρέπει να πούμε ποιος είναι ο Αντόνιο. Ο Αντόνιο ήταν ένας εξαίσιος άνθρωπος , μηχανολόγος, με την κουλτούρα του πολύ μορφωμένου Ιταλού του Βορρά, που υποστήριζε την Φιορεντίνα. Ο Αντόνιο ως μηχανολόγος βρισκότανε για αρκετό καιρό στο Λαγκαδά, γιατί εργαζότανε ως επικεφαλής στο στήσιμο ενός νέου εργοστασίου κεραμικών έξω από το μεγάλο μας χωριό, για αρκετό καιρό, μήνες ή και κάποια χρόνια. Έμενε στο Ξενοδοχείο “Lido” των αδερφών Καραγεωργίου που γειτνίαζε με το “Sunny Drop” , “το κολλέγιο” όπως αποκαλούσε το αναψυκτήριο-ουφάδικο που γίνονταν όλα, ο θείος μου, ο Θανασάρας. Και ως λάτρης της κουλτούρας, του πολιτισμού , του ποδοσφαίρου ο Αντόνιο, που ήταν και boheme και καλοβαλμένος 50αρης τότε, αμέσως έγινε ένα με την παράξενη αυτή παρέα των Ελλήνων νεαρών, που λάτρευαν τα μπουζούκια, την μπάλα και το καλό φαϊ. Αξιοσημείωτο δε είναι, πως πολλά από τα σπαστά ελληνικά του Αντόνιο προέρχονταν από ποδοσφαιρικές ατάκες του Θοδωράκη και του θειού μου του Θανάση και συχνά χρησιμοποιούσε με την ιδιαίτερη Ιταλική του προφορά τα ομολογουμένως ευφάνταστα βρισίδια τους. Αυτοί δε, είχαν αντιληφθεί ό,τι ο Αντόνιο τους λάτρευε, δεν τους χαλούσε χατήρι και ενίοτε δανείζονταν το απίστευτο αυτόματο μπορντώ peugeot του για τις νυχτερινές τους δραστηριότητες, αλλά και κομμάτια της κομψότατης γκαρνταρόμπας του, από ρολόγια με αγκράφες και μεταλλικά στελέχη για λουριά, μέχρι φουλάρια, ζώνες και ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Ο Αντόνιο ήτανε “μπαξές”. Τον είχανε κάνει ΠΑΟΚΤΣΗ. Μισούσε την Νάπολι του Μαραντόνα θανάσιμα ως βόρειος. Πέθαινε για μπουζούκια και Σαλόνικα By night και μου είχε δώσει και δώρο το πρώτο διεθνές μου κασκόλ , αυτό της Φιορεντίνα.
Απίστευτες ατάκες του Ράκη και του Θανάση που προσπαθούσαν να συνεννοηθούν με Αντόνιο, μισά αγγλικά , μισά Ελληνικά, μισά Ιταλικά σε στυλ Χάρυ Κλυν και Χατζηχρήστου. Απίστευτη προσωπικότητα ο Αντόνιο χαμογελούσε σαρδόνια με νόημα όταν τον άκουγαν να βρίζει με το “στρόντζο” , το μαλάκαaa, το “βα φαν κούλο Ντιέγκο, αντα γκαμησο πούστο Μαραντόνα”, και να ρωτάει πότε θα φάμε το “πέκορα” το βράδυ της Ανάστασης. Βλέπετε στην Ιταλία παίζουν τρία πιάτα σε κάθε γεύμα. Σούπα, κυρίως, επιδόρπιο. Στην Ελλάδα στο σπίτι της γιαγιάς μου, το βράδυ της Ανάστασης, μόνο σούπα. Μαγειρίτσα. Άντε τώρα να το εξηγήσουν ο Ράκης και ο θειός μου. Μια ταινία μόνος του ο διάλογος. Σωτήρια η παρέμβαση της κυρά Νίτσας που έσπευσε να τηγανίσει κεφτεδάκια για συμπλήρωμα στη μαγειρίτσα που μόλις είχε δοκιμάσει ο Αντόνιο περιμένοντας το κυρίως πιάτο που δεν υπήρχε.
Ας επανέλθουμε όμως στον κορμό της ιστορίας. Δεν χωρούσανε στο αμάξι του Αντόνιο. Ο λόγος; Ο θείος μου ήθελε να με πάρει και εμένα μαζί, γιατί ο πατέρας μου δεν με έπαιρνε. Ο Αντόνιο με τον πατέρα μου θέλανε να πάρουνε και τον κυρ Χρήστο τον Κατσάνη, επίσης Παοκτσή κρούσης εκείνης της εποχής. Θα ερχότανε και ο Βασίλης ο Μαλλιάς, και μπερδεύτηκε η δουλειά όπως λέγαμε στο Λαγκαδά. “”Καλά Θανάς”, λέει ο Ράκης που πάντα ήταν καλόβολος, θα πάμε με το Nissan τα δυο μας, άνετοι. “Θα πάρουμε και τον μικρό, Ράκη, γιατί ο Αποστόλης δεν τον παίρνει.” Κατάλαβα λέει ο Θοδωράκης με νόημα. Άλλωστε είχε συνηθίσει σε χειρότερα στριμώγματα στο αγροτικό, όταν κατέβαιναν Σαλονίκη τριολέ, με Μπέλη και Θανάση σε πλήρη ανάπτυξη.
Την επομένη λοιπόν Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 1988 κι αφού έχουν γίνει οι αναγκαίες ζυμώσεις, αναχωρούμε ήδη από τις 5 και κάτι το απόγευμα με το αγροτικό του Θοδωράκη, οι τρεις, μας. Ο Θοδωράκης, ο θείος μου ο Σάκης κι εγώ, που την επομένη θα έγραφα κριτήριο αξιολόγησης στα Μαθηματικά της Πέμπτης Δημοτικού. Ποιος τα υπολόγιζε όμως αυτά; Εδώ ζούσαμε την ιστορία την στιγμή που γραφότανε. Μετά την κλασσική στιχομυθία των δύο ενηλίκων της αποστολής, για το ποιοι θα είναι στην αποστολή, και ποιοι στην ενδεκάδα, ακολουθούσε η ευχή να πετύχουν στον δρόμο νεκροφόρα γιατί το είχανε για γούρι. Σταματούσαμε πάντα στο βενζινάδικο του μπαρμπά Μήτσου του Μακρή στην Ε.Ο, Λαγκαδά Θεσσαλονίκης για βενζίνα. Ο μπαρμπά Μήτσος ήτανε φανατικός Ηρακλής και ο Ράκης έβαζε πάντα εκεί βενζίνη για να μας κάνει καζούρα ο μπάρμπα Μήτσος, που επίσης τον είχανε για γουρλή. Αν δεν ήταν εκεί ο Μπαρμπά Μήτσος να μας ρίξει κανένα μπινελίκι θα στράβωνε το ματς. Γενικά, μια τρέλα με τα γούρια την είχανε όλοι. Δεν περνούσανε μπροστά από αυτοκίνητα, δεν γυρνούσανε πίσω, κορνάρανε στις γριές να μην τους “κόψουνε το δρόμο” ,και αν τους κοιτούσε κανένας περίεργα, χάιδευαν διακριτικά τους αδένες της τεστοστερόνης τους.
Εν συνεχεία και μόλις πιάναμε Αγίου Δημητρίου, γιατί τότε δεν υπήρχε ο Περιφερειακός και πηγαίναμε από την Λαγκαδά στην Αγίου Δημητρίου και μετά Παπάφη, Λαμπράκη κτλ για την Τούμπα, μας ανακοίνωνε ο Θοδωράκης με το ιδιαίτερο στυλ του και το χιούμορ του, το οπαδικό και παρααθλητικό ρεπορτάζ. Το ράδιο του nissan καρφωμένο στην ΈΡΑ Σπορ, αλλά το ρεπορτάζ του Θόδωρα πάντα πολύ πιο ενημερωμένο. Τέσσερις εφημερίδες και κους κους με τηλέφωνα, η είδηση μεταδίδονταν αυτούσια και σε εξίσου γοργούς ρυθμούς με την σημερινή εποχή της πληροφορίας.
Οι Ναπολιτάνοι είχαν έρθει με ελαφρύ προβάδισμα ένα μηδέν από τον προηγούμενο αγώνα στην Νάπολι, εξαιτίας μιας εξαιρετικής εμφάνισης του τότε τερματοφύλακα του ΠΑΟΚ Γιάννη Γκιτσιούδη, που είχε “κατεβάσει τα ρολά”. “Δεν θα είναι φρέσκιοι λέει ο Θόδωρας. Κουρασμένοι θα είναι Θανάς. Επαγγελματίες είναι ρε Θόδωρα. Ήρθαν από χθες. Κοιμήθηκαν. Μια χαρά θα είναι λέει ο θειός μου. Από μας καλύτερα θα είναι. Τι το θέλαμε και φάγαμε εκείνα τα κοτόπουλα στον Τηλέμαχο μία η ώρα το βράδυ; Μια χαρά ήμασταν. Καλά δεν τα έμαθες Θανάς; 1000 μηχανάκια την πέσανε έξω από το ξενοδοχείο της αποστολής της Νάπολι και κορνάρανε όλο το βράδυ και φωνάζανε. Ντιέγκο Ντιέγκο Βα Φανκούλο”. “Καλά δύσκολα είμαστε, αλλά ο ΠΑΟΚ σε κάτι τέτοια παιχνίδια βγάζει το άχτι του”, είπανε και οι δυό μαζί. Είχαμε φτάσει εκεί στο φανάρι της Τριανδρίας, που πάντα έχει μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων στο αειθαλές, γωνιακό μαγαζί. Σταματημένοι στο κόκκινο, θαυμάσαμε μία ωραία κυρία να σπρώχνει ένα καροτσάκι στην διάβαση, με μια ιδιαίτερα κοντή φούστα. Αμέσως ήρθαν τα κομπλιμέντα της εποχής, που θα ήταν αγένεια αν δεν γίνουν. “Ωραία μου μαμά” , “να μουν το μωρό σου”, θέλω να σου κάνω “ηλεκτρονικό έρωτα”, και άλλα τέτοια χαριτωμένα και αρμόζοντα για την τότε εποχή, και σεξουαλική παρενόχληση και ποινικά κολάσιμα σήμερα που επικράτησε το πολιτικά ορθό. Τέλος πάντων ήταν λίγο άκομψα αλλά το “comme il faut” δεν ήταν το φόρτε της τότε εποχής. Αναλογική εποχή, αλλά και στο σεξ την είχαμε υπερεκτιμημένη την ψηφιοποίηση, αν κρίνουμε από την περηφάνεια για την ικανότητα ποίησης “ηλεκτρονικού έρωτα”. Επίσης συχνά χρησιμοποιούνταν και η σλαβοαμερικάνικη ατάκα “κάμαν τούκα, κάμαν τούκα” που ο Θοδωράκης είχε ακούσει από έναν Λαγκαδιανό κράχτη σε μαγαζί γυναικείων υποδημάτων στην Εγνατία να χρησιμοποιεί για να προσελκύσει Γιουγκοσλάβες τουρίστριες στο κατάστημα. ‘Κάμαν τούκα” (έλα εδώ) λοιπόν, και συνεχίζουμε.
Βρίσκουμε με τα χίλια ζόρια να παρκάρουμε σε μια πυλωτή χωρίς να έχουμε ρωτήσει κανέναν. Αποτελούσε όμως έκτακτη λύση, τύπου “τέτοια ώρα, τέτοια λόγια”. Το κάνανε δε ενίοτε, γιατί δεν την χρησιμοποιούσε την θέση κανείς, μέχρι που κάποια χρόνια αργότερα, με άλλη σύνθεση ομάδος, βγήκε και μας φώναζε σε άπταιστα “γαλλικά”, κάποιος ένοικος της οικοδομής με μπυτζάμες. Εμείς έκτοτε, πλην μια δυο εξαιρετικών περιπτώσεων, δεν ξαναπαρκάραμε εκεί. Φοβόμασταν πια τον συγκεκριμένο κύριο, που πλέον είχε αποκτήσει το προσωνύμιο “Ο μπυτζαμάτος”. Το ροβολάμε λίγο ανηφόρα για την θύρα 1, χτυπάμε από ένα διπλό λουκάνικο και ο θείος μου ένα “Σάμαλι”. Δεν υπήρχε καλύτερο “σάμαλι” από αυτό που πουλούσανε έξω από το γήπεδο. Μπαίνουμε γήπεδο και είναι 6.30 . Ο αγώνας αρχίζει στις εννιά. Είναι αρχές Οκτωβρίου και έχει ζέστη. Πήχτρα το γήπεδο. Ο ένας πάνω στον άλλο. Κόσμος και στα σκαλιά. Σαράντα πέντε χιλιάδες κόσμος. Τότε τόση περίπου ήταν η χωρητικότητα της Τούμπας. Δεν είχε τα καρεκλάκια. Τσιμέντο. Δεν λείπανε βέβαια οι “γούνες” ούτε από την θύρα 1 , ούτε από το Παλέ. Ας ζητούσαν την βιαία έξωσή τους τα “πετσιά” της 4. Καρεκλάκια μόνο στην Θύρα ένα , στα λεγόμενα “επίσημα”. Αργότερα και στην δύο και στην τρία, και πολύ αργότερα σε όλο το γήπεδο και μείωση της χωρητικότητας στις 28.000 θέσεις. Μπαίνουμε μέσα, παλαμάκια με ρυθμό, ΠΑΟΚ ΠΑΟΚ ΠΑΟΚ ΠΑΟΚ, να αντηχούν οι ιαχές μέχρι τις Συκιές και την Καλαμαριά. Φωτοβολίδες, καπνογόνα, χαρτάκια κομμένα από τηλεφωνικό κατάλογο. Πόλεμος. Δυόμιση ώρες πριν το ματς και πίττα το γήπεδο. Αυτός είναι κόσμος λέει ο Θοδωράκης, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Θα χεστούν αυτοί οι Ιταλοί. Δεν είναι άντρες αυτοί. Έχουν ψυχή χελιδονιού”.
Μπαίνει πρώτα η Νάπολη ως φιλοξενούμενη για προθέρμανση. Μαραντόνα, Καρέκα , Αλεμάο. Οι δύο τελευταίοι διεθνείς με την Εθνική Βραζιλίας. Η Νάπολι με χρηματοδότηση “οικογενειακή” και νότιο πάθος σπεύδει για να κατακτήσει τα πάντα. Καμπιονάτο, Ουέφα, όλα. Ο ΠΑΟΚ, και κυρίως οι φίλαθλοί του, μετά το 1-0 του πρώτου γύρου στην Νάπολι έχει αυτή την αισιοδοξία, που μόνο στην παλαβομάρα και στο μέταλλο αυτή της ομάδας μπορεί να βασιστεί. Γιουχάρει όλο το γήπεδο , βρίζει , φωνάζει. Ο Μαραντόνα, άναυδος, περίμενε κάποιο σεβασμό. Παγκόσμιος πρωταθλητής βλέπετε. Είδωλο. Στα “ριπάπά” τους οι ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ και “βα φανκούλο Ντιέγκο”. Τον βρίζανε με το το όνομα γιατί το επίθετο δεν βόλευε μουσικά. Μόνο σε κερκίδα μπορεί κανείς να το καταλάβει αυτό ή αν κάνει παρέα με μουσικοσυνθέτες. Ο Μαραντόνα έκπληκτος, καθυβριζόμενος και απειλούμενος από 45.000 “μάου μάου” που έλεγε και ο κύριος Μελισσανίδης, αρχίζει να κάνει επίδειξη της υψηλότατης τεχνικής του για να σαγηνεύσει το εχθρικό πλήθος. Καταφέρνει να τους εξαγριώσει ακόμη περισσότερο και το “Ντιέγκο Ντιέγκο Βα φαν κούλο” ακούγεται από το αεροδρόμιο μέχρι το Καλοχώρι. Και δεν υπερβάλλω καθόλου. Πετάει την μπάλα 30 μέτρα ψηλά. Την κοντρολάρει. Την κολλάει στο πόδι, στο κεφάλι, στον ώμο. Κάνει μαγικά. Την εξαφανίζει. Τίποτα. Ντιέγκο Ντιέγκο βαν φα κούλο και ουουουουουουουουυυυυ!!!” Κι ακόμα είμαστε στο “ζέσταμα”.
Ξεκινάει το παιχνίδι. Η ατμόσφαιρα καυτή σαν αμόνι γιαπωνέζου σιδερά που φτιάχνει ξίφη για σαμουράι. Ο ΠΑΟΚ ποδοσφαιρικά τα πάει καλά. Ο Θοδωράκης έχει καπνίσει ένα πακέτο prince με δυο σπαστούς φραπέδες παρακολουθώντας με αγωνία τον Κυριάκο Αλεξανδρίδη, τότε αρχηγό του ΠΑΟΚ και φίλο του, να προσπαθεί να διεμβολίσει από τ’ αριστερά την άμυνα της Νάπολι. O Θανάσης ενάμιση πακέτο ρόθμανς και κανά δυό γκαζόζες. Ο πατέρας μου με τον κυρ Χρήστο τον Κατσάνη κοντεύουν να πεθάνουν από την αγωνία. Ο Αντόνιο παρακαλάει να χάσει η μισητή Νάπολι και μας μαθαίνει πρωτόγνωρες βρισιές στα Ιταλικά. Η τρομπέτα ηχεί. Τα συνθήματα κάνουν τα τσιμέντα της, μεσήλικης τότε, Τούμπας να τρέμουν. Το ματς έχει πάρει φωτιά . Ο ΠΑΟΚ αμύνεται. “Καλά πάμε Θανάς” λέει ο Θόδωρας με χαμόγελο. Σε μια ξαφνική αντεπίθεση μια τριαντάρα μαγική μπαλιά από αυτό το “τέρας” τον Μαραντόνα, όπως τον έλεγε ο θείος μου με δέος, στον Καρέκα και η Νάπολι προηγείται μέσα στο σπίτι μας με ένα μηδέν. Δεν το περίμενε κανένας. Σε ανύποπτο χρόνο. Ούτε η άμυνα , ούτε ο κόσμος. Δεν χάθηκε τίποτε, λέει ο Θόδωρος, και ας είχανε απελπιστεί όλοι . Συνέχισε να φωνάζει με παλμό όλο το γήπεδο. Για την φανέλα και για την αξιοπρέπεια του ΠΑΟΚ. Παίρνει τα πάνω του ο ΠΑΟΚ που μέχρι τότε μόνο αμύνονταν και προσπαθούσε να κόψει την ανούσια υπεροχή της Νάπολι στο κέντρο, και ισοφαρίζει ο Σκαρτάδος με κεφαλιά μετά από σέντρα “διαβήτη” του Φερνάντο. Ξανά χαμός . Αγκαλιάζει ο Θόδωρας μια τον θειό μου, μια τον πατέρα μου. Εμένα με πετάει στον αέρα. Οι τότε άντρες μόνο στο γήπεδο και στο γκολ αγκαλιάζονταν. Τώρα όλοι κάνουν “μικρά βηματάκια’ που έλεγε και ο κυρ Χρήστος ο Κατσάνης.
Αφού ήπιαμε το πικρό ποτήρι του αποκλεισμού, ήρθε η ώρα του γυρισμού. Ποτέ δεν τρώγαμε ή μέναμε κοντά στο γήπεδο μετά από ήττα. Και ο αποκλεισμός, όσο και αξιοσύνη να έδειξε η ομάδα μας κόντρα στην πιο δυνατή ομάδα της εποχής, ήτανε ήττα. Με τα πολλά αν και δέσποζε η απογοήτευση σε όλους μας και πιο πολύ στο θείο μου, ο Ράκης καταφέρει να γυρίσει το κλίμα με χιούμορ. “Σ’ είπα εγώ Θανάς , αδερφές είναι αυτοί οι Ιταλοί. Ψυχή χελιδονιού έχουν. Είδες τι είπε ο Μαραντόνα στο ράδιο. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράμα είπε.” “Τόντορα λέει ο Αντόνιο , όχι όλο Ιταλοί αντερφές. Όχι όλο ρε Αντόνιο, Νάπολι μόνο αντερφές. Εσύ Φιορεντίνα και ΠΑΟΚ είσαι. Δικός μας. Πάμε για πίτσα Ρόμα ρε παιδιά;”
Και που σαι Αντόνιο; λέει ο Θόδωρας. Θα μας δώσεις το αυτοκίνητο αύριο να βγούμε μια βόλτα με τον Θανάς στην Άντζελα; “Πάμε όλο μαζι Τοντοράκη. Αντόνιο γκούστο μπουζούκια. Αντόνιο γκούστο ‘Αντζελα. Αντόνιο όκι ψυκή κελιντόνι.”
ΥΓ. 1. Το αγροτικό του Θοδωράκη, έγινε punto. (Το είχε αγοράσει από τον βετεράνο πια του ΠΑΟΚ τότε Κυριάκο Αλεξανδρίδη). Τον θείο μου αντικατέστησε ο πατέρας μου στην αποστολή την γηπεδική, και η αδερφή μου η Δήμητρα εμένα, όταν πήγα φαντάρος. Το Punto έγινε το Ηyundai της αγαπημένης του Θόδωρα, της Δούκισσας. Μετά αντικαταστάθηκε από το Astra του πατέρα μου. Την θέση της Νάπολι πήρε ο Άγιαξ, η Άρσεναλ , η Φενέρ Μπαξέ, Η Φιορεντίνα, η Σεβίλλη, η Έβερτον , η Μέταλιστ και δεν συμμαζεύεται. Την Δυναμό Κιέβου δεν πρόλαβε να την δει ο Θόδωρος. Την ΑΠΕΛ την είδε κυπελλούχο ΕΠΣΜ δύο φορές, και τις δύο αντίπαλη στον τελικό με τον Αχιλλέα Τριανδρίας, και δυο χρονιές στην Δ΄ Εθνική. Από τον στενό κύκλο εκείνης της παρέας έμεινε μόνο ο Μπέλης, να δίνει το παρόν στα ερασιτεχνικά γήπεδα σαν παρατηρητής και ο πατέρας μου, που τα τελευταία παιχνίδια με την Δυναμό Κιέβου δεν τα είδε με τον Θόδωρα στο “Γιαλαμά”. Έχει δυο τρία χρόνια που δεν πηγαίνανε πια γήπεδο. Όχι γιατί δεν θέλανε.
ΥΓ2 Οι δύο αυτοί, ο Μπέλης (κατά κόσμον Δημήτρης Στανούδης) κι ο πατέρας μου, ετερόκλητοι, σε μια παρέα που ένωνε ο θείος μου ο Θανάσης, δεν ξέρω γιατί, εδώ και δέκα μέρες που έφυγε ο Θόδωρας, δεν είναι ίδιοι. Και όταν είχε φύγει νωρίς ο Θανάσης, πάλι κάτι είχανε πάθει. Είχαν αλλάξει και τότε. Μπορεί έτσι να μου φαίνεται. Μπορεί και να κάνω λάθος. Νομίζω όμως, πως κάθε φορά που χάνουμε κάποιον φίλο, χάνουμε και ένα κομμάτι μας. Αλλάζουμε. Γινόμαστε κατά κάτι πιο λίγοι. Έτσι κι αυτοί.
Οι “τελευταίοι των ρομαντικών” δεν είναι πια πολλοί. Δεν είναι πια οι ίδιοι. Λείπουν οι γωνίες τους, οι παραπληρωματικές. Κάθε φορά που χάνουν ένα φίλο χάνουν κι ένα κομμάτι της ταυτότητάς τους, ένα μέρος των ιδιοτήτων τους.
Σχολιάστε