ΚΡΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑΙΝΙΕΣ SEASON 2 VOLUME 9: «ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΑ ΚΑΛΑ ΚΡΑΣΙΑ,και τα τρία ΓΚΑ»

Είναι Πέμπτη πρωί. Αυτές οι μέρες που ξυπνάει κανείς περίεργα. Λίγο κουρασμένος. Λίγο συναχωμένος λίγο μουρτζούφλης. Όλα αυτά μεταφράζονται σε σκυθρωπός, και με ανθρωποδιώκτη, για μένα. Έστω και για λίγο.  Έστω και μέχρι τη 1 το μεσημέρι, να μην χτυπήσει τηλέφωνο, να μην ακουστεί κουδούνι. Άνοιξα το youtube μήπως και κάποιο τραγούδι φτιάξει λίγο τη διάθεση. Η πρώτη προσπάθεια δεν απέφερε αποτέλεσμα. Γκρί όπως κι ο ουρανός αυτής της ιδιότροπης φετινής άνοιξης. Σκούρο γκρι, απειλητικό που δεν υπαινίσσεται, το λέει. Θα βρέξω ανόητε. Πρόσεχε. Στην αρχική σελίδα του youtube, βίντεο για ψαρέματα, εκκλησία και οδηγοί επιβίωσης. Αυτή είναι κι η ζωή μου τελευταία, σκέφτηκα προσευχές, ευχές, και αποδράσεις.

Όλοι ξέρουν ό,τι ο σωστός δραπέτης οφείλει να έχει τα κατάλληλα σύνεργα. Ο «χομπίστας», όπως πολύ χαρακτηριστικά περιέγραφε τον Τσάκωνα στα «Φθηνά Τσιγάρα» ο Αλκιβιάδης Παναγιωτίδης, οφείλει να έχει τον εξοπλισμό του έτοιμο και σε άρτια κατάσταση. Ας είναι καλά το Temu και οι Κινέζοι φίλοι μας, είμαι έτοιμος για overkill. Ένα-δυο τσουβάλια ρεβύθια, και πέντε κιλά μπακαλιάρο παστό και έγινα Μad Max με ποδήλατο. Μπορεί να βάλω και πανιά στη Honda. Αλλά αυτή είναι old time classic και κουκλάρα.  Με την τελειότητα δεν παίζουμε. Ανοίγω το τετραδιάκι μου, μήπως μου έρθει κάτι και γράψω. Τον τελευταίο καιρό οι βόλτες και τα υπαίθρια σπορ μου φέρνουν κούραση και μου στερούν χρόνο. Δεν βλέπω ταινίες σκέφτηκα.

 Ξεκινάω και κοιμάμαι. Βαριέμαι γρήγορα. Δεν είναι καλές. Είναι προβλέψιμες. Δεν μου το λένε το παραμύθι. Φταίνε οι ταινίες; Φταίω εγώ ; Γέρασα; Είναι καλύτερα τα βίντεο επιβίωσης και diy στο youtube; Φάση είναι λέω, όπως τότε με τους μπαξέδες και τα αμπέλια. Κι όμως κι εκείνη κάτι άφησε. Έμεινε το περβόλι που έγινε ζούγκλα Αμαζονίου από την απεριποιησιά.  Μας το ζήτησαν για να γυρίσουν το “Σμαραγδένιο Δάσος» . Άντε γαμηθείτε ρε θα το καθαρίσω μόνος. Μια τσάπα και μια τσουγκράνα και θα την «καθαρίσω την μπουγάδα». Χρόνο δώστε μου. Μια ώρα την ημέρα. Αγροτικό γυμναστήριο να γραμμώσουμε πριν την παραλία. Δεν προλαβαίνουμε ρε φίλε. Τι πρώτα; Δουλεία, ποδήλατο, ψάρεμα  κηπουρική, φίλοι, συγγενείς, γνωστοί.  Χαλάρωσε. Θα γεράσεις γρήγορα. Θα γεράσεις κι άλλο. Θα προλάβω.

Επιτέλους το βρήκα . Είμαι καλό παιδί ρε γαμώτο. Προσπαθώ για όλους. Γι’ αυτό κουράζομαι. Ε καλά, όχι για όλους, αλλά για πολλούς. Όχι όσο πρέπει. Ναι. Ούτε όσο μπορώ. Άλλοι δεν προσπαθούν καθόλου. Αποτελέσματα πολλές φορές καλά. Εντάξει καμιά φορά όχι και τόσο. Αλλά είμαι καλό παιδί. «Αν είναι καλό παιδί να του κεράσουμε μια πάστα», έλεγε ο Χάρης ο Σαββίδης πρόεδρος του ΠΑΟΚ σε μια δύσκολη περίοδο, το 86 το 87 μπορεί και το 88 δεν θυμάμαι. Το θέμα είναι να παίζει μπάλα. Να βάζει γκολ το παλικαράκι. Χώνεις ρε φίλε ή τζάμπα στην κερνάμε την γαμημένη την πάστα; Δεν βαριέσαι. Φτηνά είναι τα γλυκά σκέφτηκα. Η ζωή έχει «ακριβύνει». Μπαίνει που και που κανά γκολάκι, βγάζεις καμιά πάσα , τρέχεις, μαρκάρεις και το κάνεις σε μπάτζετ Γερεμέγιεφ. Τζάμπα τους βγαίνεις. Αν θέλουν άλλα, να πάνε αλλού. Πιο τίμιος από τίμιος. Καλό παιδί, ο ορισμός.

                Νάτο. Μπροστά μου ήταν. Με λίγο αυτομαστίγωμα, έρχεται η αυτολύπηση, η ιδέα, η λάμπα του Κύρου Γρανάζη κι η Ντελόριαν παίρνει μπρος. Δεκαετίες 50 , 60. Άντρες γνήσιοι, σκληροί και αποτελεσματικοί . Με τις αμαρτίες τους, αλλά “παλικάρια” που λέγαμε και στο στρατό. «Τα καλά παιδιά» του Μάρτιν Σκορτσέζε. «THE GOODFELLAS”.  Είχε και εκείνο το γαμάτο, το soundtrack. Πάνε χρόνια, όμως και το έπαιζε στην τηλεόραση. Ανά δέκα λεπτά διάλειμμα και διαφήμιση σερβιέτας. Άντε γαμήσου για κανάλι. Γκανκστερίστικη , μαφιόζικη ταινία! Ύμνος!, και μου την κόβεις για να διαφημίσεις προϊόντα αποτρίχωσης. Πα’ να γαμηθεί. Βάζω για αρχή το σάουντρακ στο youtube ν’ ανέβει η ψυχολογία , να μπω στο κλίμα. Φτάνει πια. Δεν θα βγεις σαν τσομπάνης έξω. Πουκαμισάκι κολαριστό μαλάκα! Λουστρίνι παντελονάκι τσίλικο. Πάνε πάρε και ένα ανοιξιάτικο σακάκι ρε βόδαρε, που με γυρνάς με τα τσουβάλια. Τα βλέπεις τα «καλά παιδιά», στην πένα. Θα σε γαμήσουν που θα σε γαμήσουν τουλάχιστον είναι καλοντυμένοι. Θες να βγάλεις λεφτά; Θες να κάνεις σέκς; Πρέπει να κοροϊδέψεις, να γοητεύσεις να σαγηνεύσεις. (Γι’ αυτό και η λαγνεία και η απληστία είναι μεγάλα αμαρτήματα, γιατί προϋποθέτουν το ψέμα ) Και όλα αυτά για να γίνουν, πρέπει να είσαι κομψός, καλοντυμένος, και να μυρίζεις όμορφα. Είδατε ποτέ μαφιόζικη ταινία με κουρελήδες; Ούτε στα Βαλκάνια , ούτε ο Κουστουρίτσα, αν και είναι πιο κοντά στην αισθητική μου. Ξέρετε αυτή την λαϊκή , την χωριάτικη, του μείγματος της Ανατολής με την Δύση, με χάλκινα να παίζουν Ράικο σε ρυθμό bossa nova. Κανένα αγοράκι δεν γεννήθηκε φορώντας κουστούμι , ούτε με χωρίστρα και κολλαριστό γιακά. Ήξερα ένα, αλλά άλλαξε μετά την εφηβεία. Ντύσιμο και συνήθειες . Όχι χαρακτήρα.

   By POV – Screaming Blue Reviews, Fair use, https://en.wikipedia.org/w/index.php?curid=18551103            

Τα όνειρα των αγοριών αλλάζουν. Πολύ μικρά θέλουν να γίνουν σαν τον μπαμπά. «Ήρωες της εργατικής τάξης». Η μεγαλύτερη απάτη από καταβολής κόσμου. Τα τραγούδησε μια χαρά ο Τζόν Λέννον. Γι’ αυτό τον έφαγαν. Μεγαλώνει ο πιτσιρικάς, έρχεται σε επαφή και με άλλα πιτσιρίκια. Βλέπει λίγο τηλεόραση, λίγο κινητό, ακούει Τρανό. Έρχεται στα συγκαλά του. Βλέπει παντού όπως στο «κουρδιστό πορτοκάλι» το νόημα της ζωής. Μόνο που δεν ακούει  Μπετόβεν, ακούει τραπ. «Μουσική για τσόγλανους». Όπα που πήγαν τα» καλά παιδιά»; Ήρθαν. Για το νόημα της ζωής δεν λέγαμε; Θέλω κότερα, ελικόπτερα, σλατίνες. Και να με θέλουν. Να με θέλουν με Lauren κι ας λέει άλλα ο Fy. Λεφτά μας λέει ο Σκορτσέζε, με την λογική του Ιταλοαμαερικάνου μετανάστη δεύτερης γενιάς.  Μόλις συνέρχεται ο πιτσιρικάς και παίξει με πλαστελίνη στο νηπιαγωγείο την ανθίζεται την δουλειά, που έλεγε και ο Χάρυ Κλυν. Λεφτά. Λεφτά με κάθε τρόπο. «Γκάνια γκόμενες και γκαφρά . Τα τρία γκα.» Βρεθήκανε τα «καλά παιδιά» λοιπόν, κι είχαν περίπου κοινό σύστημα αξιών. Άντε να προσθέσουμε και τον «σεβασμό» που τα τρία «γκα» αγοράζουν.

                Παλιά πουτάνα ο Σκορτσέζε κι οι άντρες όσα kilobytes και να περάσουν από πάνω τους, όσο και να αναλυθούν από τις τεχνητές μαλακοσύνες, άνθρωποι θα είναι και θα γουστάρουν λεφτά, κορίτσια και δόξα. Μην με παρεξηγήσετε οι φεμινίστριες της στήλης. Το άρθρο είναι αρσενικό και παλιάς κοπής και βρωμάει τεστοστερόνη και Aqua velva, εντάξει;  Για σας θα τα πούμε άλλη φορά όταν κάνουμε το “Περηφάνεια και Προκατάληψη» ή την «Ιστορία της Ο’. Ψιλά γράμματα για δυνατούς λύτες. Και για να κερδίσεις την καρδιά μιας όμορφης γυναίκας χρειάζεται «χαρτούρα» , αναγνώριση, πυγμή. Αυτοπεποίθηση το λένε οι lifecoaches και θετική αύρα. «Της πουτάνας ο καημός, πούτσα λούτσα και χορός» έλεγε μια καρακουκλάρα παλιά φίλη μου και ας ήτανε και ψιλοάλλο στυλ γιατί ήταν παλιά πλούσια και είχε «χρυσό βραχιόλι» τέχνη στο χέρι. Κοινώς, και πολύ απλά, όλες οι δουλειές, πλην των πιο σημαντικών, φυσικών και μεταφυσικών, γίνονται με λεφτά. Και όσες δεν γίνονται, γίνονται με πολλά λεφτά που λέει και ένας άλλος φίλος. Συμπαθάτε με σήμερα, γιατί τα λέω λίγο πιο «αγοραία». Αυτή όμως είναι  η διάθεση,  η στιγμή, κι η ταινία.  Το πολύ δε, το «σεις και το σας», μας έπρηξε τα παπάρια.

                Το όνειρο του ήρωά μας λοιπόν, που μεγαλώνει Νέα Υόρκη, μικρή Ιταλία, Μπρούκλυν ιταλομαφιόζικα κι έτσι, αλλά δεν είναι Ιταλός κι ας είναι αλανιάρης, στη δεκαετία του 50, είναι να γίνει γκάνγκστερ. Γκάκστερ που λένε στο χωριό μου, για κάποιον αν είναι μπαταξής και ψιλοεναλλακτικός στις συνήθειες πληρωμής του. Καλύτερα κι από πρόεδρος της Αμερικής είναι, το να είναι κανείς χρισμένος Σισιλιάνος. Wise guys τους αποκαλεί σε άλλη ανάλογη του ταινία ο Σκορτσέζε και αποδίδει μια χαρά αυτό το τσακαλίκι του δρόμου που ανάγεται σε φιλοσοφία του ρεαλισμού με τα χρόνια. Αν δεν σε πυροβολήσει κανένας, ή δεν φορέσεις τσιμεντένιο πέδιλο στην προβλήτα.

                Ξεκινάει από χαμηλά το παλουκάρι. Full time παρκαδόρος, μαθαίνει να βγάζει λεφτά. Ρομαντισμός του 50. Από τα «κουρέλια στα πλούτη» τραγουδάει ο Τόνυ Μπένετ. Με πιάνουν τα δικά μου, μπαίνω στο Vibe. Από αύριο τσακαλίκι, αισιοδοξία και δουλειά με μυαλό. Σε όλους τους τομείς. Ήδη βαρέθηκα. Η διάθεση όμως είναι καλύτερη. Εκεί που πάω να πέσω, ο ύμνος μου ο προσωπικός . Μπλουζιά του Νότου και «mannish boy». Ένα αγόρι που βιάζεται να γίνει άντρας και εκείνος ο ρυθμός του spoonful στην νέγρικη μπλουζίστικη κιθάρα, με το υπόκωφο μπάσο. Εδώ δεν κλαίει κανείς. Διαμαρτύρεται ο τύπος. Άντρας είμαι ρε!, λέει, όχι παιδάκι. Πέστα ρε καυλιάρη Muddy Waters φωνάζω ξαφνικά, και τρομάζει η μάνα μου από την κουζίνα. Τι έγινε μου λέει. Άσε ρε μάνα λέω, συγνώμη που σε τρόμαξα. Τόσο ήτανε. Αλλά τα σκάνει ωραία ο Muddy. Θα τους πηδήξω όλους σκέφτομαι. Θα τους σκοτώσω στο ξύλο. Ένα λεπτό , ποιος με πείραξε; Όλοι ρε μαλάκα. Θα φάω ξύλο ρε συ. «Όλοι τρώνε ξύλο κάποια στιγμή» λέει ο Σκορτσέζε. Η μαγκιά είναι να μην κολώνεις, σκέφτομαι. Ήδη κόλωσα. Το μαζεύω.

                Τα «καλά παιδιά» δεν γράφουν γράμματα. Δεν απειλούν. Πράττουν. Τα γράμματα αποτελούν  αποδεικτικά στοιχεία, όπως και τα τηλέφωνα. Όλα παρακολουθούνται. Οι ρουφιάνοι και οι προδότες δεν τελειώνουν. Στο χωριό μας δε, ο Κυρ Χρήστος ο σχωρεμένος έλεγε : «Στους 100 οι 99 είναι ρουφιάνοι. Ο ένας εκπαιδεύεται.» Αλλά αυτό είναι από άλλη ταινία. Δεν γυρίστηκε ακόμη. Γράφεται. Anyway την ιστορία είτε παρακολουθείται με κοριό είτε όχι, είτε ζωντανή είτε μαγνητοσκοπημένη την γράφουν οι παρέες . Κι η παρέα του ήρωά μας Ray Liotta είναι από μικρή στα κόλπα. Τι να λέμε! De Niro, ένα όνομα μια ιστορία στην φιλμογραφία του οργανωμένου εγκλήματος, και Joe Pesci. O πιο σκληρός καργιόλης κοντός Ιταλός στην ιστορία της «φαμίλιας». Πριν δω τα «καλά παιδιά» και τον Joe Pesci να σκοτώνει με μαχαίρι, με παγοκόφτη, με μπουνιές και με γκριμάτσα οργής, που θα έπρεπε να είναι η μάσκα του μπαμπούλα, όταν δεν τρώνε τα Ιταλάκια τα σπαγγέτι τους, δεν φοβόμουν τους κοντούς. Τώρα τους τρέμω. Που να γνωρίσετε και τον φίλο μου τον Ηλία. Anyway, πάλι πήγαμε αλλού, αλλά πιο φαρμακερό και επικίνδυνο και από τον σκληρότερο καργιόλη, μαχαιροβγάλτη, Ιταλό, Μαφιόζο με κολλαριστό γιακά και σκορπίνι είναι η κοντή με μίνι. Εκεί φυλάξου bro. Φύγε μακριά. Ψηλή, λυγερή κι αδύνατη. Μπαλαρίνα του Μπολσόι να διαλέξεις. «Όλες φίδια είναι , τουλάχιστον να είναι όμορφη» λέει ο φίλος μου ο κύριος Σάκης. Τις ρήσεις του θα τις κάνω πλακάτ και θα τις κρεμάσω στο γραφείο. Reminders στο κινητό είναι ήδη.

                Αποφεύγουμε λοιπόν κοντές ελευθεριάζουσες και τα σού ξου μούξου αμφιλεγόμενα  και συνεχίζουμε. Ωπ δεν άφησες καμία και κανέναν, ρε μεγάλε. Εντάξει οι παρούσες και οι παρόντες εξαιρούνται. Για τα λεφτά τα είπαμε. Όλες τα θέλουν. Όλες τα χρειάζονται και ο Delon στα 19 να είσαι, θα έρθει κι ο σαπιοκοιλιάς και η ‘ανήθικη πρόταση’ , μπορεί και κανένας άλλος, π.χ. ο Robert Redford και η Demi Moore θα το βάλει το σκιστό μαύρο φόρεμα και θα σε κάνει Ρούντολφ το φτωχαδάκι. Ακούγονται σκληρά τα πράγματα σήμερα και δεν το έχετε συνηθίσει. Ούτε εγώ, αλλά το είπαμε. Η αλήθεια έχει συχνά άσχημο πρόσωπο. Και βάλε βάλε μακιγιάζ να ομορφύνει, την έχουμε κάνει κλόουν.

                Τον πιάσανε τον αρχηγό των παιδιών μας, τον κύριο Πώλυ, από κάτι περίεργα τηλέφωνα με κάτι μαγκίτες, με τον Predator της εποχής. Οι ρουφιάνοι που λέγαμε και δεν τελειώνουν. Υποτίθεται δεν μιλάει κανείς. Ο χαρακτήρας του Liotta αφηγείται στην σκληρή, καθομιλουμένη, ειλικρινή γλώσσα του δρόμου, που προσπαθούμε ανεπιτυχώς να μιμηθούμε στο παρόν. Γι’ αυτό το πάμε έτσι. Δεν είμαστε κωλόπαιδα, τσογλάνια και παλιοχαρακτήρες. «Είμαστε καλά παιδιά». Ο James Conway o χαρακτήρας του De Niro ειδωλοποιείται στην αρχή από τον Liotta . Ο Jimi είναι gentleman . Υποστηρίζει τους κακούς στις ταινίες. Τους κλέφτες και τους λωποδύτες. ‘Ηδη τον συμπαθώ τον Μητσάρα, Κι εγώ τον Τζόκερ γούσταρα όπως τον ενσάρκωσε ο Heath Ledger. Αδικημένο παλικάρι ήτανε. Κι η άλλη η αδερφή ο Bruce Wayne,  υπερήρωας και αρχίδια. Η μόνη δύναμη του ήτανε τα λεφτά του που του τα είχανε αφήσει οι  συγχωρεμένοι οι γονείς του, κι ένας καλός μπάτλερ. Ο μόνος υπερήρωας ήτανε ο Πήτερ Πάρκερ. Όχι ο Spiderman μαλάκες. O Peter Parker! Γιατί ήταν φτωχαδάκι.  Κυκλοφορούσε, με μοτοσακό.  Δεν χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του για να χτυπήσει καμιά τράπεζα ή να πουλήσει bitcoins σε χαμηλοσυνταξιούχους. Αυτός ήτανε working class hero. Από την φτώχεια θα του έτρωγε ο γιος του Doom την γυναίκα της ζωής του. Τέτοιοι μαλάκες είναι οι πραγματικοί υπερήρωες. Με την μεγάλη δύναμη έρχεται κι η μεγάλη ευθύνη, είπε ο θείος του ο Μπεν. Ναι ρε Μπεν, αλλά μ’ αυτές και μ’ αυτές τις παπάντζες, έμεινε φτωχός και μπάκουρας ο άνθρωπος αράχνη. Θα σχωρεθεί και η θεία Μαίη, και ποιος θα τον κάνει κανά χαμομήλι τον φουκαρά.

                Ξαναγυρνάμε όμως στα «καλά παιδιά», τα οριτζινάλε, τα’ αυθεντικά, τα ζουμπουρλούδικα, που έλεγε και ο Κωνσταντίνου όταν καλωσόριζε το δολάριο. Συνεταιρίζονται που λέτε τα πουλάκια τα ελπιδοφόρα στη ρεμούλα, το τσακαλίκι και το νταλαβέρι που λέμε και στην πιάτσα. Κάνουν μια τριανδρία από τρεις. Όχι από τέσσερεις, που έλεγε ο Νικόλας, ο γνωστός οπαδός του ΠΑΟΚ μας. Τον πιάνουν τον ήρωά μας από ατυχία , από μαλακία , από ρουφιανιά (οι τρεις αιτίες της συλλήψεως στο σύμπαν του Σκορτσέζε) . Μία η συνταγή. Λεφτά, καλός δικηγόρος, δώρα στους δεσμοφύλακες. Ποτέ δεν μιλάς. Ποτέ δεν προδίδεις. Αυτό ισχύει και για εσάς όλους, αλλά που να καταλάβετε. Μια φορά σας χρειαστήκαμε. Στ’ αρχίδια σας. Αγρόν ηγοράζατε. Να πα να γαμηθείτε με σκυλί, που λέει κι ο Κώστας ο ταχυδρόμος. Δεν είναι φιλόζωος ο Κώστας. Οι φιλόζωοι να πάτε δυο φορές. Αυτό το λέω εγώ, και ας αγαπάω τα ζώα. Τους μαλάκες και τους fake δεν αντέχω. Παρένθεση το μπινελίκι, αλλά χρειαζότανε. Ξαναπαίζει στο repeat και κατά λάθος το mannish boy και όταν το ακούω εξεγείρομαι, αλλάζω δέρμα. Από Peter Parker γίνομαι Hulk . Τέσπα. Reality check. Aλλάζουμε τη μουσική, γιατί ο Muddy Watters κι η συννεφιασμένη Παρασκευή με αγριεύουν.  Ναι ξημέρωσε Παρασκευή. Πιο στενάχωρη από την Πέμπτη, αλλά ελπίζουμε στα καλύτερα. Το παράκανα κι εγώ με τα βρισίδια, και το μήνυμα έπεσε, για να συμμαζευτώ.

                Για το ντύσιμο στην ταινία τα είπαμε. Η επανάληψη όμως είναι η μήτηρ της μαθήσεως για τα χαϊβάνια. Οι Wise guys τα πιάνουν με την μία. Στην πιάτσα τα πουλάκια πρέπει να είναι ντυμένα καλύτερα από τους δικηγόρους. Ο Κάγκουρας ακόμα και στα 50ς και τα 60σ ακόμα, θέλει να κρυφτεί κι η καγκουριά δεν τον αφήνει. Πανάκριβα χειροποίητα κουστούμια . Ιταλικό εφαρμοστό ράψιμο να κολακεύει την τότε ανδρική γραμμή. Μακριοί γιακάδες στα πουκάμισα, σαν σπαθιά,να κρύβουν τον κόμπο της γραβάτας. Σκαρπίνι γυαλιστερό, και μυτερό, να σκοτώνει την κατσαρίδα στην γωνιά, αλλά κι όποιον φάει καμιά κλωτσιά στα πλευρά. Μανικετόκουμπα, αλυσίδες, βραχιόλια ανδρικά, όλα τα σύνεργα του περπατημένου. Ντύσιμο «νταβά» σε σοβαρή έκδοση. Η μουσική μας πια «do wop» της εποχής, για να γλυκάνουμε λίγο, που γαυγίζουμε σαν δαρμένο pit bull.Speedo” από “cadillacs” γλυκαίνει το πράγμα και δεν χάνει ρυθμό. Ίσα ίσα παίρνει. Πήρα να πεινάω όμως . Έχει πάει 12.53 το μεσημέρι. Έχουμε ακόμα. Πρέπει, μια δυο ώρες, να κρατηθούμε.

                Τα παλικάρια μας ντύνονταν καλύτερα από τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούσαν, και σίγουρα πληρώνονταν και καλύτερα. Με τον Πώλυ κλεισμένο στην «ψειρού», τα έξοδα πολλά, τις γκόμενες να θέλουν γούστα και καλή ζωή, μείνανε πάλι από λεφτά. Όποτε χρειαζόταν χρήμα κλέβανε το αεροδρόμιο. Άλλοι κλέβανε το ταχυδρομείο. Άλλοι τους καταθέτες. Άλλοι τον φορολογούμενο. Κοινώς, όποτε κάποιος χρειάζεται χρήματα, κλέβει κάτι γνωστό, κάτι οικείο. Κάτι που του το έχει ξανακάνει ατιμώρητα. Άνοιξε θεία, από την ΑΑΔΕ είμαστε. Άνοιξε θείο από την ΔΕΗ είμαστε. Συγνώμη κύριε, είμαστε πάροχοι κινητής τηλεφωνίας, ίντερνετς. Πουλάμε και αέριο και ρεύμα. Πουτάνες θέλετε;;  Να σας δώσουμε ένα τηλέφωνο από το παράρτημα που πολεμάει στην Ουκρανία. Μπορείτε να δώσετε και κάτι για να σώσουμε τις Ιρανές από την  μπούργκα και θα σας στείλουμε πετρέλαιο για εντριβή. Όλοι μαφιόζοι είμαστε αν και ο όρος είναι απεχθής από τους πραγματικούς επαγγελματίες. Δεν τον χρησιμοποιούν πουθενά. Οι δημοσιοκάφροι το κάνουν, και  μόνο στην Ελλάδα και στα Νότια Βαλκάνια το λέμε, γιατί είμαστε χαμηλού επιπέδου. Πολύ χαμηλού μιλάμε, λασπομπατακόβουρκου.  Ο Μάικλ στο Νονό το είχε πιάσει . Θα γίνουμε πολυεθνική να μπούμε στο χρηματιστήριο. Αρπαγή και με το νόμο.

                Τέσπα. Κάνουνε για ακόμη μια φορά τα παιδιά το κόλπο με το αεροδρόμιο, κλέβουνε την «Air France» και κάνουνε την μπάζα του αιώνα. Και όχι σε καμία περίπτωση ο Joe Pesci δεν είναι αστείος. Μετά δε, από δυο τρεις παρεκτροπές, τρέμει και τον ίσκιο του. Είναι στα τέρμα πάνω τους μετά την δουλειά της Air France, και συνεχίζουμε ακουστικά στο ίδιο μοτίβο με Coppa Campana και Χένι Γιάνγκμαν. Στα «καλά παιδιά» παίζει και ο τύπος που έκαναν icon οι Simpsons ως το δεξί χέρι του μαφιόζου του Fat Tony. Αυτός για να τους ευχαριστήσει,  τους έκανε αγωγή γιατί χρησιμοποίησαν την φάτσα του. Τους τα πήρε τα φράγκα και δεν τον ξαναέπαιξαν . Σε μαφιόζικα έργα έπαιζε ο τύπος , κι αυτοί τον πέρασαν για χαζό. Οι μαλακίες πληρώνονται.

                Ερχόμαστε στον χρυσό κανόνα του Περικλή. Οι κλέφτες δεν κλέβουν κλέφτες. Αλλά επειδή μακρηγορούμε και τα spaghetti and meatballs θα κρυώσουν, θα κάνουμε ένα διάλειμμα για φαγητό. Μετά θα πούμε  για την τεράστια σκηνή, με την μάνα του Σκορτσέζε να ταϊζει τα «καλά παιδιά»  τα μεσάνυχτα και σε απρόβλεπτο χρόνο. Κλασσική Ιταλίδα μάνα, δεν την ειδοποίησαν, και έχει μόνο είκοσι πιάτα έτοιμα. Ζακέτα να πάρετε και δεν θα φύγετε νηστικοί από την μανούλα την Ιταλιάνα . Κι οι Ελληνίδες τα ίδια είναι. Οι κόρες μπορεί να καργιολίζουν λίγο, αλλά οι μανάδες είναι μάνες, κι οι καλύτερες. Δεν είμαστε πολιτικά ορθοί σήμερα το ξέρω. Αλλά έτσι νιώθουμε. Είμαστε ορθοί με την καρδιά μας για μια φορά. Εντάξει υπερβάλλουμε λίγο. Αυτοί είμαστε. Το έχει πει και ο «σύντροφος» Κουτσούμπας. Και μια και το φαγητό αργεί να γίνει, και μιλάμε για σκηνές φτάσαμε και στο ζουμί.  

Η σκηνή με την μακρά σεκάνς που μπαίνει από την πίσω πόρτα στο εστιατόριο –night club ο Liotta με το κορίτσι του, για το πρώτο ραντεβού, και τον χαιρετάνε όλοι , θυρωροί , μάγειροι, καθαρίστριες, παρκαδόροι, είναι ότι καλύτερο κινηματογραφικά, έχω δει. Η κάμερα παίρνει από πίσω το ζευγάρι μας. Ξεκινάει η τέχνη της σαγήνης. Φιλοδώρημα στον παρκαδόρο. Πάντα δίνουμε φιλοδώρημα, και ας πεινάμε. Δεν είμαστε γιούφτ. Έχουμε πολιτισμό. Πιάνουμε ελαφρά την συνοδό μας από τη μέση. Πρέπει να της το πουλήσουμε το παραμύθι. Μπαίνουμε από την πίσω πόρτα του Copacabana. Δεν είμαστε της σειράς. Είμαστε της πιάτσας. Δίνουμε μπαξίσι στον αρκουδιάρη, τον πορτιέρη. Μας χαιρετάνε και μας ξέρουν όλοι. Η μικρή αστοεβραιοπούλα έχει χάσει την μπάλα. Μα με ποιον βγήκε; Με τον γιο τ’ Ανέμου; Περνάμε από την κουζίνα. Η κάμερα στο χέρι και συνεχίζει. «And then he kissed me» το χαλί και τα λέει όλα. Την αποτρέλανε την μικρά και μόνο με την είσοδο. Κι εμάς ο Μάρτιν, που έκανε παπάδες με τον φακό εδώ. Μνημειώδεις non stop παπάδες εν έτει 1990.  90ς, τα 50ς των παιδιών μας δηλαδή. Βάλε ένα τραπέζι από δίπλα. Πρώτο πίστα. Έτσι κάνανε και στα μπουζούκια αν έσκανε κανένας καλός πελάτης στο μαγαζί απροειδοποίητα, και χωρίς κράτηση, «έτσι για να πει ένα γεια στην «τραγουδιάρα» και στο «μαέστρο».  Όταν λέμε «μαέστρο» δεν εννοούμε αυτόν του Παπακαλιάτη. Τρία γκαρσόνια, μετρ, λάμπα, φυστίκια ουίσκι, όλα έτοιμα. Χαιρετούρες υποψηφίου περιφερειακού συμβούλου στη λαϊκή της Τρίτης, και το πρόγραμμα αρχίζει. Χένι Γιάνκμαν στο μικρόφωνο και αστειάκια και κρυαδούλες.

Τέλος πάντων. Πολλές οι σκηνές , αλλά  έτσι για να δείτε πόσο σκληρός και θανατηφόρος είναι ο Joe Pesci. Σκοτώνει τον Samuel Jackson στα «καλά παιδιά» πριν προλάβει να τον σκληρύνει η πιάτσα και ο Ταραντίνο. Ο παλιός είναι αλλιώς , ειδικά αν είναι και κοντός. Τα ίδια ισχύουν και για τον Σκορτσέζε.

Το πόνημα όμως πρέπει να ενταχθεί κάπου. Αναγκαστικά θα το πάμε «Κρασί και ταινίες» αν και μπορούσε να παίξει και αλλού. Οπότε επιβάλλεται αναφορά στην σκηνή που ο Πώλυ μαγειρεύει στη φυλακή. Μεμονωμένα τις πάω τις σκηνές και ψιλομπερδεμένα, για να μην κάνω spoiler, και ξινίσει κανένας φλώρος, που 36 χρόνια μετά, δεν έχει δει την ταινία. Ξεκινάμε λοιπόν, και ψιλοκόβουμε με λεπτομέρεια χοντρού, Ιταλού κάπο της φαμίλιας, με ξυραφάκι μια σκελίδα σκόρδο. Λεπτό λεπτό, ίσα ίσα να μαραίνεται μες σε λίγο ελαιόλαδο. Αναθέτουμε στον υπαρχηγό μας την σάλτσα ντομάτας. Το ζουμί που τα δένει όλα. Βάζουμε πολύ κρεμμύδι μέσα. Δεν υπάρχει πάρα πολύ κρεμμύδι σε σάλτσα ντομάτα, και ας λέει άλλα ο Ray Liotta, ο Πώλυ κι ο Κουτσόπουλος. To ξανθαίνουμε με ελαιόλαδο. Τρία μικρά κρεμμύδια τουλάχιστον. Δίπλα τηγανίζουμε, ροδίζουμε μπριζολίτσα. Μας προσέχουμε ακόμα και στη φυλακή. Μας ανήκει η φυλακή. «Μες τα τείχη που έχει χτίσει ο καθένας για να ζήσει.» . Ροδίζουμε την μπριζολίτσα μας την μοσχαρίσια την Tbone (από το κόντρα) με βουτυράκι φρέσκο. Μόλις χρυσαφίσει το λίπος στην άκρη , την πάμε φούρνο στους 220 για είκοσι. Medium well την τρώμε οι Έλληνες. Αν είστε του ωμού, λιγότερο στο φούρνο. Στο διπλανό βαθύ τηγάνι τηγανίζουμε κεφτεδάκια από βοδινό κιμά , λίγο πρόβειο για το άρωμα, αυγό, φρυγανιά κρεμμύδι και μαϊντανό. Στη σάλτσα μας προσθέτουμε τα προψημένα ντοματίνια Σαντορίνης, αφού σβήσουμε με Nero di Troia έτσι για να τιμήσουμε τον Ιταλικό νότο. Αλάτι, πιπέρι, βασιλικός, και μισή κουταλιά ζάχαρη μέχρι να δέσει. Οι παλιοί ξέρουν. Λίγο πριν  δέσει η σάλτσα, αποθέτουμε τους κεφτέδες μέσα, χαμηλώνουμε και άλλο τη φωτιά, και ένα λεπτό πριν σηκώσουμε, σπάμε φύλλα βασιλικού και σπάνουμε λίγη μοτσαρέλα. Φιλάκια στα δαχτυλάκια. Σαλάμι , προσούτο, τυριά Ιταλικά και η ζωή είναι ωραία. La vita e bella .

Πάμε στο κρασί. Θα διαλέξουμε από τον Ιταλικό Νότο είπαμε. Κόκκινο. Nero di Troia ή Uva di Troia από την ποικιλία του Μαύρου της Τροίας όπως λέει και το όνομα της, και το Primitivo , την πρωτόγονη ποικιλία. Σβήσαμε με αυτό , αυτό και θα πιούμε. Δεν είμαστε καρμίρια.  Καλλιεργημένα τα σταφυλάκια μας στους αμπελώνες της Απουλίας της Νότιας Ιταλίας, έτσι για να μας θυμίζουνε την μαμά πατρίδα, και ας μην είμαστε ούτε Ιταλοί, ούτε μαφιόζοι , ούτε και τόσο καλά παιδιά. Πάμε λοιπόν σε μια φιάλη Primitivo Nero di Troia  από την προστατευόμενη περιοχή προέλευσης Puglia IGT . Ώριμο μαύρο φρούτο για 12 μήνες σε δρύινη φιάλη, για να μαλακώσει η ατίθαση τανίνη του Nero di Troia και να εκπολιτιστεί το πρωτόγονο του  “Primitivo”. Αρώματα βιολέτας, κόκκινου ώριμου φρούτου, αποξηραμένου δαμάσκηνου , στάχτης, καμμένης, καραμελωμένης μαρμελάδας σύκου , λικέρ μαρασκίνο, δευτερογενώς γαρύφαλο ίσως και λίγη υποβόσκουσα κανέλα από το βαρέλι και από βοτανικό στοιχείο φύλλο ντοματούλας. Είμαι συναχωμένος αλλά έχω παραστάσεις και φαντασία.  Υψηλή οξύτητα , πολυπλοκότητα, και δομή στιβαρή έρχονται και κολακεύουν τους κεφτέδες με σάλτσα αλλά μαφιόζα . Και με την μοσχαρίσια, την βουτυράτη μια χαρά την παλεύει. Το γλυκό,ελαφρώς καβουρδισμένο, σκόρδο βρίσκει τον μάστορα του και παντρεύεται μια χαρά με τα μπαχάρια και τα καρυκεύματα του δρύινου βαρελιού. Συνεχίζουμε με τυριά Ιταλικά παλαιωμένα, να μυρίζουν μούχλα, από τον Βορρά. Παρμεζάνες και pecorino ξεχασμένα στο κελάρι. Μας τα βγάζει ολόκληρα δίπλα από το προσούτο η μάνα του Σκορτσέζε και τα λέμε για τον fit fat Tony και την δίαιτα από Δευτέρα. Αφήνουμε τον Joe Pesci να μας διηγηθεί κάποια αστεία ιστορία και σας αφήνουμε το τέλος. Μας αρέσει το χτίσιμο, το peak , η ακμή στις ταινίες. Η αποκλιμάκωση , η κάθαρση όπως την έλεγαν οι αρχαίοι, αφορά άλλους. Θα ψαχτούμε άλλη φορά με τα κρασιά της Νοτίου Ιταλίας και της Σικελίας. Σήμερα η μέρα είναι Παρασκευή και είναι περίεργη.

Στο τέλος όλοι κοιτάνε την πάρτη τους μας λέει ο Σκορτσέζε. Όλοι προδίδουν . Όλοι σκοτώνουν. Δεν στο λένε ποτέ. Δεν υπάρχουν καυγάδες και έριδες. Οι φονιάδες σου έρχονται με χαμόγελο και είναι φίλοι, γνωστοί. Διαφωνούμε . Εμάς μας αρέσει αλλιώς. Φιλίες κι αγάπες που κρατάνε στο χρόνο. Δεν χαλάνε για τα φράγκα οι φιλίες ρε. Ούτε για τα κόμματα που έλεγε κι η Βάσια Τριφύλλη. Για την μπάλα.., να μαλώσουμε.

ŸR

ΥΓ: Σιχαίνομαι το «πολιτικά ορθό». Με ανακατεύει. Είναι ψεύτικο. Στην αγάπη δεν χρειάζεται ποτέ να ζητάς συγνώμη. Το έλεγε η Jennifer Cavaleri στον Oliver Barett τον τρίτο στο “love story”. Κακώς που έπεσαν ένα δυό μπινελίκια στο κείμενο, αλλά χρειαζόταν για να δώσει εποχή , κλίμα και ειλικρίνεια.  Μια μέρα θα μιλήσουμε για τα πραγματικά καλά παιδιά. Μέχρι τότε «Για ποιον; Γιατί; Και ποιος θα καταλάβει;»

ΥΓ 2 Να τρώμε καμιά μπριζόλα, να πίνουμε κανένα κρασί. Όχι τίποτε άλλο, για να συγχωρούμε και να ξεχνάμε.

Σχολιάστε